Θανάσης Σκορδαλός: Ο «δάσκαλος»

Εννιά χρονών ήμουνα σαν έπιασα τη λύρα
με πίστη την αγάπησα κι απόφαση το πήρα.

Λύρα να μάθω ήθελα την Κρήτη να γλεντίζω
και σαν την επρωτόπιασα άρχισα να ελπίζω

O Θανάσης Σκορδαλός, ο μεγάλος «δάσκαλος» της Κρητικής μουσικής γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1920, στο Σπήλι του Αγ. Βασιλείου, νομού Ρεθύμνου και πέθανε στις 23 Απρίλη του 1998, σε ηλικία 78 ετών.

Χαρακτηριστική είναι η μαντινάδα του Χ. Παπαδάκη με αφορμή το θάνατό του.

Στο θάνατό σου βρόντηξε και σείστηκε η Κρήτη
δάκρυα τα χιόνια γίνανε του γέρο Ψηλορείτη

Μαζί με τον Κώστα Μουντάκη θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους της λύρας.

Έχω έναν πόνο στην καρδιά
πολύ βαθιά κρυμμένο
κι όταν σε συλλογίζομαι
στη σκέψη σου πεθαίνω.

Ο ίδιος άρχισε να μαθαίνει μόνος του να παίζει λύρα, σε ηλικία 9 ετών. Μόλις στα δώδεκα του χρόνια, έκανε το πρώτο του γλέντι στο χωριό Χαμαλεύρι Ρεθύμνου. Έχει συνεργαστεί με πάρα πολλούς λαουτιέρηδες, όπως το Γιάννη Μαρκογιαννάκη που κατάγεται επίσης από το Σπήλι, το Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη), το Νίκο Μανιά και πολλούς άλλους.

Το δισκογραφικό έργο είναι πάρα πολύ πλούσιο και περιέλαβε πολύ γνωστά τραγούδια όπως το Φιλεντέμ, Μόνο εκείνος π’αγαπά, Ένας καινούργιος άνεμος, Ποιος ουρανός ποια θάλασσα Συ μ’έμαθες πως αγαπούν, Ένας ψαράς, Όνειρα βλέπω μυστικά, και πολλά άλλα.

Διορίστηκε υπάλληλος στην τράπεζα της Ελλάδος από τον Σοφοκλή Βενιζέλο και κατόπιν αφιερώθηκε στη λύρα. Εμφανίστηκε στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και την Αφρική παίζοντας για Κρητικούς μετανάστες.

 

Ένας ψαράς, γερο ψαράς
μ’ εμαθε να ψαρεύω
και μου `πε στα ρηχά νερά
ψάρια να μη γυρεύω.

Σε συνέντευξή του είχε πει:

«Σαν παιδί, συνάμα με τα εκκλησιαστικά, μου άρεσε πάρα πολύ η λύρα και το λαούτο. Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν τόσο πολύ διαδεδομένο το λαούτο, όσο το μαντολίνο και το όργανο που έπαιζε ο Φουσταλιέρης στο Ρέθυμνο, η μαντόλα . Τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια εγώ σαν παιδί είχα βοήθεια από το μαντολίνο πρώτα. Σαν παιδί λοιπόν, εκρατούσα δύο ξύλα.

Το ένα το έβαζα στο αριστερό μου πόδι, σα λύρα, και το άλλο στο χέρι σα δοξάρι και τραγουδούσα! Ήταν ένα δείγμα ότι έπρεπε να πιάσω λύρα στα χέρια μου, όπως έλεγαν διάφοροι στο χωριό. Σε ηλικία 9 ετών, αγόρασα μια λύρα. 18 δραχμές. Και ευγνωμονούσα τον άνθρωπο που μου έδωσε τη λύρα. Του έκαμα πολλές ευχαριστίες. Άρχισα λοιπόν, χωρίς να μου δείξει κανένας, να παίζω κομμάτια απ’ αυτά που άκουγα σαν παιδί. Σιγά-σιγά, αναπτύχθηκε το ταλέντο.

Γιατρούς δε θέλει ο πόνος μου,
βοτάνια δε χωρούνε,
μόνο δυο μάτια π’ αγαπώ,
αυτά με κυβερνούνε.

Σε ηλικία 11 ετών ήρθε ο Αντρέας Ροδινός στο χωριό μου. Είχε συμπάθεια στο Σπήλι και γι’ αυτό ερχότανε εύκολα, κάθε φορά που τον φωνάζανε. Όταν τον πρωτοάκουσα, ενώ είχαμε κι άλλους οργανοπαίχτες στο χωριό μου, μού ‘κανε τρομερή εντύπωση. Όταν τον άκουγα, η ραχοκοκαλιά μου έσταζε νερό. Δημιουργούσα σκέψεις μέσα μου, αν μπορούσα μια μέρα των ημερών να κατορθώσω να παίξω κι εγώ λύρα στο μισό αυτού του ανθρώπου, που λεγόταν Ανδρέας Ροδινός.

Καμιά φορά στο μνήμα μου
κι αν έρθεις μη πατήσεις
γιατί φοβούμαι πως κι εκειά
βάσανα θα μ’ αφήσεις.

Ένα βράδυ, του Αγίου Στυλιανού αξέχαστα, ξανάρθε ο Ροδινός στο χωριό. Τον είχε καλέσει στη γιορτή του ένας δικηγόρος, ο Στυλιανός Καλογρίδης. Οι Σπηλιανοί, χωρίς να ξέρω εγώ τίποτα, είπαν στον Αντρέα, όταν του ταιριάσει και είναι καλά, “Φώναξε στο Σκορδαλάκι, να παίξει λίγη λύρα, να μας πεις και τη γνώμη σου”. Πράγματι έγινε αυτό! Εγώ ήμουν στο τελευταίο σκαλί σε μία σκάλα και έβαλα το χέρι μου για να σηκώσω την μπουκαπόρτα που λέμε, να φύγω. Μ’ έπιασε τρεμούλα, αλλά ο Θεός ξέρει τι είχανε βάλει από πάνω και δεν άνοιγε η πόρτα! Έτσι, υποχρεωτικώς με το χειροκρότημα, ο Θεός ξέρει πώς, εκατέβηκα τη σκάλα. Πήγα κοντά στον Μπαξεβάνη που έπαιζε με τον Ροδινό. Σηκώθηκε ο Αντρέας επάνω, μου έδωσε τη λύρα και μου είπε: “Θανάση, θέλω να με ξεκουράσεις λίγο, γιατί κουράστηκα”.

n1049889399_83189_1710Η σκέψη του βέβαια ήταν άλλη. Εν πάση περιπτώσει, έπιασα τη λύρα. Ο Μπαξεβάνης άρχισε τον πρώτο χανιώτικο συρτό, για να τον ακολουθήσω εγώ! Τον ακολούθησα παρά το τρακ που είχα. Ο Αντρέας δεν ήταν κοντά μου. Επήγε πίσω από την πόρτα για να μην τον βλέπω και παθαίνω μεγαλύτερο τρακ. Με άκουσε που έπαιξα κάμποσα γυρίσματα, δεν άντεξε, ήρθε, μου πιάνει το δεξί χέρι, με αγκαλιάζει, με φιλεί και λέει: “Σπηλιανοί, αυτός θα είναι ο διάδοχός μου!”

Άνε με δεις καμιά φορά
με κλάμα στ’ όνειρό σου
κλαίω γιατί με πλήγωσε
σκληρά ο χωρισμός σου

Σα να ήξερε ο καημένος ότι στα 23 του χρόνια θα φύγει. Τα χρόνια περνούσαν σιγά-σιγά. Οι Σπηλιανοί αντιλήφθηκαν το ταλέντο μου, με αγκάλιασαν και με βοήθησαν πάρα πολύ. Ο πατέρας μου ήταν πολύ μερακλής άνθρωπος. Ήταν καλός μαντιναδολόγος και καλός χορευτής και το είχε καμάρι. Με βοήθησε πολύ η ψαλτική. Οι ήχοι της εκκλησίας, που εγώ αγάπησα, έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην καλλιτεχνική μου καριέρα. Θα σας πω ένα περιστατικό με τον μουσικολόγο Περιστέρη.

Μου είπε κάποτε: «Ποιο ωδείο έχεις βγάλει, Σκορδαλέ;». «Του Σπηλίου» του είπα. «Ποιο είναι αυτό;» με ρώτησε. «Το χωριό μου». «Μα έχει το χωριό σου ωδείο;». «Δεν έχει ωδείο, αλλά έχει τη φύση». «Εδώ όμως κάτι συμβαίνει», μου λέει. «Μήπως έχεις κανένα συγγενή ψάλτη;». «Εγώ ο ίδιος ψάλλω», του λέω. «Αυτό είναι, το βρήκα!» μου λέει. «Έχεις, κ. Σκορδαλέ, στο παίξιμό σου, τοποθετήσεις της βυζαντινής μουσικής και μου κάνει μεγάλη εντύπωση, όταν μου λες ότι δεν έχεις ιδέα από μουσική». «Δεν έχω, κ. Περιστέρη», του λέω. «Ούτε κατά διάνοια δεν ξέρω τι θα πουν οι νότες κ.τ.λ.». Του φάνηκε περίεργο και μου λέει: «Τότε είναι ένα σωστό ταλέντο που σου έδωσε η φύση και ο Θεός πρώτα!».

 

Ο Στέλιος Φουσταλιέρης είχε πει: “Όταν παίζαμε με τον Μπαξεβάνη και τον Λαγό, το Σκορδαλάκι μας αφουγκράζονταν και φορούσε κοντά παντελόνια. Αργότερα παίξαμε μαζί, σε πολλούς γάμους. Είναι ταλαντούχος, διαθέτει μοναδική τεχνική που χειρίζεται την λύρα, παίζει δηλαδή με τον δικό του τρόπο, έτσι που δεν μπορεί κανείς άλλος να παίξει την λύρα του. Η μουσική του είναι πολύ ωραία, έχει γράψει δικά του συρτά και είναι αξεπέραστος”.

Ήθελα να `μουνα νερό
στον ποταμό που πλύνεις
και να `ναι κάψα δυνατή
να σκύβεις να με πίνεις.

Με ούλα τα γυροπόταμα
ο ποταμός κινιέται
και η κάθε μια στσι χάρες τση
μισιέται κι αγαπιέται.

Διαβάστε επ’ίσης

«Μόνο εκείνος π’ αγαπά μπορεί να το πιστέψει» H ιστορία μιας μαντινάδας

Ενδεικτική δισκογραφία
Από τη Στεία στα Χανιά 1946
Κρητικά τραγούδια και χοροί 1965
Έτσι τραγουδάει η Κρήτη 1968
Αθανάσιος Σκορδαλός 1973
Χοροί και σκοποί της Κρήτης 1974
Η ιστορία μου 1977
Ο χρυσός δίσκος του Σκορδαλού 1979
Για πάντα 1985
Μουσική και χοροί της Κρήτης 1985
Η μεγάλη συνάντηση 1988
Μουσική άνοιξη 1995
Σαν της Μαδάρας το βουνό 1996
Υπάρχω 1997
Η χρυσή λύρα 1998

 

πληροφορίες: rethemnos.gr ,el.wikipedia, iscreta.gr





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *