H παραδοσιακή λύρα της Κρήτης και τα χουρδίσματά της

 

Τη λύρα της Κρήτης την πρωτογνώρισα στα χέρια δυο γέρων λυράρηδων: Του Κωνσταντίνου Φουστάνη, το 1962 στη Μπόμπια της Μεσσαράς (ηλικίας τότε 73 χρόνων, γεννημένου το 1889) και του Αντώνη Παπαδάκη ή Καρεκλά, όπως ήταν γνωστός στο ρεθυμνιακό λαό, ηλικίας 72 χρόνων.

Ο Φουστάνης ήταν ένας από τους καλύτερους οργανοπαίκτες στην περιοχή του, όπως και ο Προβατίνης, τον οποίο δεν επρόλαβα εν ζωή, από τα Βασιλικά Ανώγια. Ηταν παλαιότερος του Φουστάνη, στην ίδια περιοχή του νομού Ηρακλείου. Αυτοί ήταν οι πιο δεξιοτέχνες και οι πιο αντιπροσωπευτικοί στο χώρο τους. Με μόνη διαφορά πως η λύρα τους δεν είχε καμμία σχέση με τη σημερινή στην όλη της κατασκευή και στον τρόπο παιξίματος.

Από την εικόνα της λύρας του γέρου Φουστάνη και τις πληροφορίες του ίδιου, η παλιά λύρα είχε σχήμα ωοειδές [1]. Συνήθως η κατασκευή της λύρας ήταν έργο του ίδιου του οργανοπαίχτη, που την ταίριαζε, όπως μου έλεγε, στα δικά του πατήματα, δηλαδή στον δικό του χειρισμό. Οι παλιά λύρα διατηρούσε το παραδοσιακό ωειδές σχήμα μέχρι τα 1920-1930 [2].

Τα ξύλα με τα οποία έφτιαχναν το σκάφος (ηχείο) της λύρας ήταν κατά σειρά ποιότητας η μουριά, η καρυδιά, το σφεντάμι και η αχλαδιά. Το καπάκι ήταν από διαφορετικό ξύλο με πυκνές ίνες [3] δηλαδή πυκνά νερά. Το ξύλο αυτό, όπως μου είπε ένας νεότερος οργανοποιός λυρών, ο Γεώργιος Τσαγκαράκης από το χωριό Κισσό, περιοχή Αγίου Βασιλείου νομού Ρεθύμνου, τον Αύγουστο του 1998, το ονόμαζαν “κατράνι” και προέρχονταν από ξύλα της Ανατολής, συγκεκριμένα από παλιά δοκάρια σπιτιών. Τα δοκάρια αυτά τα έκοβαν σε λεπτές πλάκες σανιδιού και τα έκαναν καπάκια της λύρας. Το σκάφος της λύρας μέχρι τη κορυφή του ισοσκελούς τριγώνου, όπου η θέση των στριφταριών ή στριφταλιών, που κυκλώνονται κατά το κούρτισμα οι τρεις χορδές, ήταν και είναι, όπως και η σημερινή λύρα, από μονοκόμματο ξύλο.

Περιγραφή της λύρας

Η λύρα, σε σχήμα μισού αυγού κομμένου κατακόρυφα, είχε στο κάτω μέρους της μια ξύλινη προεξοχή απ’ όπου περνούσε ένα κυκλικό μικρό λουράκι από ξερό δέρμα κατσίκας. Το έλεγαν “κολοδέτη”. Από το σημείο αυτό δενόντουσαν οι τρεις χορδές που συρόντουσαν στο επίπεδο καπάκι της λύρας και κατέληγαν σ’ ένα μικρό αχλαδοειδές σχήμα, τριγώνου στη κορυφή των στριφταλιών, που ήσαν μπηγμένα από το πίσω μέρος και εξήρχοντο στην ορθή επιφάνεια, απ’ όπου εδένονταν και εχουρδίζονταν οι χορδές. Τα στριφτάρια ήσαν από σκληρό ξύλο για να αντέχουν στο δυνατό σφίξιμο των χορδών.

Το μήκος της μεσαίας παλλόμενης χορδής, από τον κολοδέτη ως τα στριφτάλια, είναι πιο μακρύτερο. Για να εξισώσουν τις τρειςχορδές στο ίδιο μάκρος, τοποθετούσαν κάτω από τη μεσαία χορδή σε οριζόντια θέση μεταξύ των δύο πλαϊνών στριφταλιών, ένα μικρό στύλο στον οποίο άγγιζε η μεσαία χορδή. Κατά τον λυράρη Κ. Φ. τον στύλο αυτόν τον ονόμαζαν “μολο’ητήρι”, διότι χωρίς αυτό η λύρα δεν μολογούσε, δηλαδή δεν ηχούσε [4].

Στο μέσον του καπακιού κατά πλάτος, λίγο πιο πάνω από τον κολοδέτη και στο μεγαλύτερο βάθος της λύρας, υπήρχαν δύο ημίκυκλα ανοίγματα σε απόσταση 2,5 εκατοστών. Μεταξύ αυτών τοποθετούσαν τον “καβαλάρη”, το “μαγάδιον” κατά τους αρχαίους. Πάνω στον κυρτώμενο καβαλάρη αγκίζανε συμμετρικά οι τρεις χορδές. Τα δύο στηρίγματα του καβαλάρη επάνω στο καπάκι τα έλεγαν “πατητήρες”. Στη δεξιά πατητήρα του καβαλάρη και μέσα από το ηχείο υπήρχε ο κυλινδρικός ξύλινος στύλος, η “ψυχή”, όπως σε όλα τα έγχορδα όργανα μετά τόξου. Την ψυχή ή στύλο οι παλιοί λυράρηδες την έλεγαν “γάδαρο” (γάιδαρο) γιατί κρατούσε τη μεγαλύτερη πίεση των χορδισμένων χορδών. Το γάδαρο επίσης τον έλεγαν και “του διαόλου το ξυλαράκι” [5] γιατί ο ήχος έβγαινε έξω καθαρός και όχι υπόκοφος και μουντός [6].

Περιγραφή του τόξου ή δοξαριού

Το κυρτωμένο μήκος του ξύλινου δοξαριού, συνήθως από πουρνάρι, δεν υπερέβαινε τα 40 εκατοστά. Η βάση του ήταν πιο παχιά, διαδοχικά ως την κορυφή ήταν πιο λεπτό, περίπου σαν τόξο του βιολιού [7]. Οι τρίχες του δοξαριού ήταν από ουρά αλόγου, ραμένες στα δύο άκρα τους από διπλωμένο ξηρό δέρμα κατσίκας 40 περίπου εκατοστών, που πηγαινοέρχονταν πάνω στις χορδές της λύρας. Το τέντωμα των τριχών του δοξαριού γινόταν με τα τρία δάκτυλα του δεξιού χεριού (μέσο, παράμεσο και μικρό), που κρατούσε τις τρίχες από το μέσα μέρος του τόξου κι απ’ έξω τον αντίχειρα. Με τον τρόπο αυτό ο λυράρης τραβούσε και τέντωνε τις τρίχες του δοξαριού ανάλογα με την ένταση του ήχου που ήθελε [8]. Το κύρτωμα του δοξαριού και η χαλαρότητα των τριχών βοηθούσαν τον λυράρη στην αυξομείωση του ήχου. Στη ράχη του τόξου, κατά μήκος, δενόντουσαν με λεπτό σύρμα, 7-10 “γερακοκούδουνα”, που ήσαν παρόμοια με αυτά των εκκλησιαστικών θυμιατηρίων [9].

Η τονικότητα της λύρας

Η λύρα έφερε τρεις χορδές. Η μεταξύ τους αρχική διαφορά οξύτητας ήταν κατά μια πέμπτη και μια τετάρτη. Το διαπασόν ήτο άγνωστο τα χρόνια εκείνα, όπως και σήμερα στους περισσότερους λυράρηδες. Ο καθορισμός της τονικότητας της λύρας εγίνετο ανάλογα των φωνητικών χορδών του οργανοπαίχτη λυρατζή και ανάλογα με το πάχος των χορδών. Στις παχιές η τονικότητα ήταν πιο χαμιλή, στις λεπτές πιο οξύτερη. Η τονικότητα των μελωδιών ήταν από παράδοση καθωρισμένη. Η μόνη αλλαγή με την ίδια τεχνική ήταν, αντί να παίζει τη μελωδία από την οξύτερη χορδή, την έπαιζε από την πιο χαμηλή, τη μεσαία. Οι χορδές ήταν εντέρινες. Το μάκρος και το πάχος των χορδών ήταν ανάλογο με το μέγεθος της λύρας, σε σχέση με την τονικότητα.

Τα συνοδευτικά όργανα της λύρας

Τα όργανα που συνόδευαν τη λύρα (ρυθμός και ισοκράτης) επαράγοντο μέσα από το ίδιο όργανο της λύρας. Τα γερακοκούδουνα με τη κίνηση του δοξαριού παρήγαν το ρυθμό. Παράλληλα, τον ισοκράτη τον έκανε εναλλάξ πότε η μεσαία και πότε η τρίτη βαθύτερη χορδή. Συνόδευε πότε στη τονική ή στην τετάρτη ή την πέμπτη. Σπάνια καμιά φορά στην κίνηση του δοξαριού με τα γεροκοκούδουνα έδινε τη ζωντάνια και τον παλμό του ρυθμού. Γι’ αυτό και ο λαός δεν παρέλειπε να τραγουδάει το ρυθμό της κίνησης τους με το δίστιχο:
Σαν τα γερακοκούδουνα απ’ ούχει το δοξάρι,
καταχτυπά η καρδούλα μου πως θα σε πάρουν άλλοι.

Τα χουρδίσματα και η τεχνική της λύρας

Η τεχνική του παιξίματος της λύρας ήταν διαφορετική από αυτήν που παίζεται σήμερα. Ο λυράρης έπαιζε κυρίως σε μια χορδή, την ψιλή, με ισοκράτη τη μεσαία, κι άλλοτε από τη μεσαία με ισοκράτη την τρίτη, την πιο βαριά. Το παίξιμο της λύρας εγίνετο με το άγγιγμα των νυχιών ενδιάμεσα στις χορδές, και όχι με τα μήλα των δαχτύλων.

Τις εντέρινες χορδές, όπως και του βιολιού, τις έφερναν από την Κωνσταντινούπολη. Το πάχος τους ήταν ανάλογο με την οξύτητα της κάθε χορδής. Η βαθύτερη σε ήχο χορδή ήταν παχιά και την έλεγαν βουλγάρα. Το γιατί την λένε έτσι δεν μου το εξήγησε κανείς από τους λυρατζήδες. Οι δύο άλλες, σε αναλογία πιο λεπτές, η οξύτερη και η μεσαία, δεν είχαν όνομα.

Το χούρδισμα της λύρας, όπως το άκουσα, ήταν re-la-re και σύμφωνα με τον”τονοδότη” , περίπου μισό ή και ένα τόνο χαμηλώτερα do-sol-do. Τα δύο do ήχαν διαφορά ογδόης [10]. Οπως μου τόνισε ο Κ. Φουστάνης, τα χουρδίσματα δεν ήταν ένα αλλά τέσσερα, που έδιναν μια πιο καλύτερη χρωματική ιδιομορφία, κυρίως στις κοντυλιές (αργές καθιστικές και χορευτικές μαντινάδες της Ανατολικής Κρήτης, ή αργά πεντοζάλια της Δυτικής [11].

Οπως είπα, οι παλιοί λυράρηδες, αλλά ακόμα και οι σημερινοί, αδυνατούν να αλλάξουν τόνο στα μελίσματά τους, δηλαδή την ίδια μελωδία να την παίξουν από άλλες τονικές βάσεις. Παραδοσιακά από λυράρη σε λυράρη κληρονομείται η ίδια τεχνοτροπία με τις ίδιες πάντα τονικές βάσεις που απαιτεί ο κάθε μελωδικός σκοπός [12]. Γι’ αυτό, όταν η φωνή του λυρατζή δεν έβγαινε από τον συνηθισμένο τόνο της λύρας, τραγουδούσε, όπως και όλοι οι μετέχοντες Κρητικοί, κατά τον τοπικό ιδιόρυθμο τρόπο (παρλάτας) προζάροντας τους στίχους, κρατώντας μόνο το ρυθμό.

Οι λυράρηδες επινόησαν κι ένα δεύτερο χούρδισμα, κατάλληλο για τις κοντυλιές. Η τρίτη, η βαθύτερη χορδή, ήταν ο φθόγγος si κάτω του πενταγράμμου. Ακολουθούσε με διαφορά μιάς έκτης, η μεσαία χορδή sol επί της δευτέρας γραμμής, και μετά η οξύτερη κατά μία πέμπτη re επί τηςτετάρτης γραμμής του πενταγράμμου: si-sol-re. O οργανοπαίχτης, στην πρώτη θέση, με το δεύτερο δάκτυλο επί της μεσαίας χορδής sol, πατούσε το φθόγγο si που ήταν η τονική του μέλους. Ταυτόχρονα έσερνε το δοξάρι και στη χαμηλότερη ανοιχτή χορδή si που έκανε τον ισοκράτη, δηλαδή το “πάσο”, όπως λέγανε το ίσο.

Τρίτο χούρδισμα: Οι δύο χορδές σε ταυτοφωνία στην τονικότητα re, κάτωτης πρώτης γραμμής του πενταγράμμου και η τρίτη η οξύτερη μια ογδόη πιο πάνω re επί της τέταρτης γραμμής. Στο χούρδισμα αυτό ο λυράρης κρατούσε πάντα μαζί του έναν δεύτερο καβαλάρη, οριζόντιο τώρα και όχι κυρτωμένο. Σέρνοντας το δοξάρι και στις τρεις χορδές, ηχούσαν ταυτόχρονα. Επίσης το χούρδισμα αυτό το χρησιμοποιούσαν όταν θέλανε να μιμηθούν την ασκομαντούρα, όπως λέγεται ένας τύπος γκάιντας στην Κρήτη, που είναι παρόμοια με την κυκλαδίτικη τσαμπούνα.

Το τέταρτο και τελευταίο χούρδισμα, που διατηρείται μέχρι σήμερα, είναι το κατά πέμπτες, στην περίπου τονικότητα do-sol-re.

Σημειώσεις

1.Η λύρα της Κρήτης έχει τις ρίζες της στην Ανατολή. Με το Βυζάντιο διαδόθηκε σε όλη την επικράτειά του, όπως και στην Κρήτη, με διάφορες παραλλαγές στον αριθμό χορδών και τα χουρδίσματα.
2.Πληροφορία από τον αείμνηστο λυράρη Κωνσταντίνο Φουστάνη, γεννημένο το 1889.
3.Oι πυκνές ίνες στο ξύλο του καπακιού της λύρας συντελούν στον καλύτερο ποιοτικά ήχο, όπως και σε όλα τα έγχορδα όργανα. Οι καλύτερες λύρες κατασκευάζονταν στην Κωνσταντινούπολη από φύλλα έβενου.
4.Το μήκος χορδής της μεσαίας στην πολίτικη λύρα ήταν μεγαλύτερο από τις δύο πλαινές. Η δικαιολογία πως η λύρα της Κρήτης χωρίς το μολο’ητήρι δεν μολογούσε (δεν έπαιζε) δεν ευσταθεί. Στην πολίτικη λύρα η μεσαία χορδή είναι μακρύτερη κι όμως η τεχνική είναι διαφορετική.
5.Ο γάδαρος ή “του διαόλου του ξυλαράκι” (η ψυχή) συμβάλει στην καθαρότητα του ήχου. Χωρίς την ψυχή ο ήχος είναι υπόκωφος, μουντός, χωρίς σταθερό κούρτισμα (ντουζένι). Ο λόγος είναι πως το καπάκι, με την πίεση των χορδών, χωρίς τον γάδαρο κάνει κοιλιά και ο τόνος των χορδών χαμηλώνει.
6.Ο ρεθύμνιος λυράρης Αντώνης Παπαδάκης ή Καρεκλάς, γεννημένος το 1890, μου έλεγε πως “η λύρα δε μιλάει χωρίς το γάδαρο”. Τον εγνώρισα το 1961-62, και ήταν, όπως και ο Κ. Φουστάνης, από τους λυράρηδες που έπαιζαν με την παλιά τεχνική, δηλαδή με ισοκράτη και γερακοκούδουνα.
7.Οι τρίχες στο τόξο του βιολιού είναι από τις ουρές εξευγενισμένων, άσπρων κυρίως αλόγων.
8.Ο χειρισμός του τόξου της λύρας μοιάζει με μία από της σχολές του βιολοντσέλου και του κοντραμπάσου, που κρατούν το τόξο παρόμοια. Η μόνη διαφορά είναι πως οι τρίχες των δύο αυτών οργάνων είναι τεντωμένες με σχετική βίδα στη βάση του τόξου.
9.Το “γερακοκούδουνα” προέρχεται από τα “ιεροκοκούδουνα” των θυμιατηρίων, που είναι παρόμοια με αυτά του τόξου της λύρας.
10.Οι χορδές της λύρας ήταν ελάχιστα πιο παχιές από αυτές του βιολιού sol-re-la. Αντίστοιχα η τονικότητα της λύρας ήταν re-sol-re. Η διαφορά των δύο ακρινών χορδών σε τονικότητα ήταν μια ογδόη. Οι Τουρκοκρητικοί κατά τον Κ.Φ. χρησιμοποιούσαν το ίδιο χούρδισμα και ήσαν οι καλύτεροι λυράρηδες.
11.Το παίξιμο της λύρας εγένετο με το άγγιγμα των νυχιών ανάμεσα των χορδών με το αριστερό χέρι, εκτός αν ο λυράρης ήταν αριστερόχειρας.
12.Ο λυράρης Γιώργος Μουζουράκης, ηλικίας 91 χρόνων, μου λέει πως οι παλιοί παραδοσιακοί Συρτοί της Κρήτης άρχισαν σιγά σιγά να εκλείπουν. Ο Συρτός είναι παραγωγή των τελευταίων εκατό ετών στο νομό Χανίων. Γι’ αυτό λέγεται Συρτός Χανιώτικος. Με αρχή το Χανιώτικο Συρτό, πάνω στο ρυθμό του οποίου ακολουθούν όλοι οι άλλοι, που είναι νεώτερες συνθέσεις των λυρατζήδων. Δυστυχώς οι σημερινοί λυράρηδες γίνονται συνθέτες εφήμερων συρτών μελωδιών, που έχουν την ίδια κακή τύχη με αυτές της ελαφράς μουσικής. H μουσική που έμεινε αλώβητη και καθαρή είναι οι αργές κοντυλιές, τα αργά και γρήγορα Πεντοζάλια, οι Πηδηχτοί ή Καστρινοί ή Μαλεβιζιώτικοι της Ανατολικής Κρήτης.

 

 

Καβακόπουλος, Παντελής:

“H παραδοσιακή λύρα της Κρήτης και τα χουρδίσματά της”, Παράδοση και Τέχνη 046, σελ. 18-20, Αθήνα, Δ.Ο.Λ.Τ., Ιούλιος-Αύγουστος 1999.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *