Η ποίηση της Βούλας Επιτροπάκη (Γράφει η Μαρία Πατρελάκη, DEA Φιλολογίας)

Η ποίηση της Βούλας Επιτροπάκη

 

Γράφει η Μαρία Πατρελάκη,  DEA Φιλολογίας

 

[Το κείμενο αποτελεί εισήγηση της Μαρίας Πατρελάκη στην εκδήλωση του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας “Συνομιλία” με την ποίηση τεσσάρων Κρητών ποιητών, στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων, την 20-3-2017, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης.]

 

Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση θα προσπαθήσουμε να μοιραστούμε μια γεύση από την ποίηση της φίλης Βούλας Επιτροπάκη. Γιατί η Βούλα Επιτροπάκη στα πρώτα της βήματα βραβεύτηκε επανειλημμένως στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Συνδέσμου Φιλολόγων του Νομού Χανίων κι ενθαρρύνθηκε να συνεχίσει την ποιητική της δημιουργία. Άλλωστε το ποίημα, σύμφωνα με την ποιήτρια, δεν ολοκληρώνεται,  μένει ημιτελές, μετέωρο,

«…ωσότου κι άλλα μάτια

με τελετές ανάγνωσης

επικυρώσουν με το βλέμμα τους

πως όντως έχει υπάρξει

το Ποίημα.»

«Πάρε τη λέξη μου, δωσ’ μου το χέρι σου.», όπως το διατύπωσε αριστοτεχνικά ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Η Βούλα Επιτροπάκη, με μακρινή καταγωγή από τον Ταυρωνίτη Χανίων, κατάγεται από το Δωράκι του Δήμου Αρχανών Αστερουσίων και ζει στο Ηράκλειο. Σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Παρακολούθησε μαθήματα εικαστικών σε διάφορα εργαστήρια, εικαστικά σεμινάρια και τις διαλέξεις του κύκλου Ηρακλείου της Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης.

Συμμετέχει σε εκθέσεις και διεθνείς εικαστικές διοργανώσεις. Επιμελήθηκε σκηνικά και κοστούμια σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις. Βραβευμένα εικαστικά της βρίσκονται σε δημοτικές πινακοθήκες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, σε καλλιτεχνικά λευκώματα και εξώφυλλα βιβλίων. Επιμελήτρια εκδόσεων, σύνεδρος σε πανελλήνια και διεθνή συνέδρια, ημερίδες, παρουσιάσεις βιβλίων κ.λπ. με στόχο την ανάδειξη της αιτιώδους σχέσης του δικαίου με τη γλώσσα, την τέχνη, τον πολιτισμό. Ποιητικά και δοκιμιακά της έργα έχουν βραβευτεί από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, έχουν μεταφραστεί και δημοσιευθεί σε ξενόγλωσσες και πανελλήνιες ανθολογίες, σε περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων. Είναι μέλος ελληνικών και διεθνών επιστημονικών λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών ενώσεων.

Οπλισμένη με γερή παιδεία λοιπόν η Βούλα Επιτροπάκη αλλά και με την κληρονομιά της ποιητικής παράδοσης της Κρήτης  που έχει τις ρίζες της στην προφορικότητα διακατέχεται από το πάθος της έκφρασης, όπως δείχνει και η ενασχόλησή της με τη ζωγραφική.

Το 2007 εξέδωσε στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Ταξιδευτής» το διπλό ποιητικό βιβλίο «Πράξη» που περιλαμβάνει τις συλλογές «Animus Testandi» και «Corpus». Η «Πράξη», δηλαδή η ποιητική πράξη, απαρτίζεται από την επιθυμία μαρτυρίας, την κατάθεση ψυχής του ποιητικού υποκειμένου και τη δυναμική που οδηγεί στη συγκρότηση του ποιητικού έργου, του σώματος της ποίησης.

Είναι η ποίηση

το corpus και

         το Animus testandi (Corpus σ.27)

Με την ποιητική σύνθεση αυτή  η Βούλα Επιτροπάκη τολμά να κάνει το δίκαιο ποίηση, την ποίηση δίκαιο. Η ποίηση, κατά την άποψή της, είναι ένας θεσπισμένος κώδικας φυσικού δικαίου. Ο σύνδεσμος μεταξύ της φυσικής τάξης του κόσμου και  της φύσης του ανθρώπου είναι το σώμα του:

«…Ουράνιο σώμα

και το σώμα σου

που άπτεται

του στερεού φλοιού της γης

για λίγο.»

(Corpus σ.35)

 

Το φυσικό δίκαιο του ανθρώπου είναι το δικαίωμά του για ζωή και η δικαιοσύνη του είναι η ανάγκη και η δυνατότητά του να υπερασπίζεται αυτό το δικαίωμα. Η ποίηση επομένως είναι πράξη απόδοσης φυσικής δικαιοσύνης, αφού αποτελεί την ίδια τη φύση του και αποδίδει το δίκαιό του.

« Η ομορφιά σαν τη σιωπή

μαζί και την αγάπη

είναι το μέρισμά σου από την Κούπα της δικαιοσύνης»

Και είναι θεσπισμένος κώδικας, γιατί η πανανθρώπινη ιστορικά Ποιητική Πράξη ως σύνολο σημάτων επικοινωνίας είναι ένας ποιητικός κώδικας ανοικτός σε νέες γλωσσικές προσεγγίσεις, ο οποίος προσαρμόζεται στην υπόσταση του δημιουργού του, του ποιητικού υποκειμένου.  «Τέχνη δικαίου

Δίκαιο στην Τέχνη

Τέχνη ως δίκαιο.»

Συχνά εμπνέεται από τον χώρο της Δικαιοσύνης, όπως στο ποίημα με τίτλο

«Έκθεση χειροτεχνίας κρατουμένων»:

Τι πίκρα κρύβουν

τ’ αμπαράκια τους

και πόσα όνειρα

                             κάνουν τα πανιά τους δυσκίνητα…

 

            αααιϊ! Τα καραβάκια τους!

-είναι πειρατικά…

(Animus testandi σ.36)

Ή στο «Corpus juris» (Κατηγορούμενος)

Αναγνωστέα

η ματιά σου

                 στο Χριστό της Έδρας.

 

Βιώνεται

            Δεν αποδίδεται

          η Δικαιοσύνη.

 

(Κρατούμενος)

Πίκρα στ’ αμπάρια

Κλειστά πανιά

Πειρατικά καράβια.

Τα ποιήματά της βρίθουν δικανικών όρων και ίσως η χρήση Λατινικών λέξεων σε τίτλους ποιημάτων ή βιβλίων της να οφείλεται στη σχέση τους με το δίκαιο.

Με την ποιητική δημιουργία το ποιητικό υποκείμενο συμβάλλει στην απόσβεση της οφειλής του στον τόπο και τους ανθρώπους.

Μετά διαμαρτυρίας (…και επιφυλάξεως )

…ενέχομαι θα πει τάχθηκα να οφείλω

την ξαστεριά του χιονιού π’ αντίκρισα

και τη δροσιά του φθινοπώρου που μου ’παν

έρχετ’ ύστερ’ απ’ το καλοκαίρι

 

ενέχομαι θα πει είχα μια αθωότητα

από καιρό ξεχασμένη

στης μάνας την αίσθηση

και του πατέρα στο βλέμμα το λόγο

 

ενέχομαι θα πει

είμαι μέρος δικαιοπραξίας από καιρό σκαρωμένης

άναρθρης βούλησης δήλωση απευθυντέα

μ’ εσένα το μοναδικό παραλήπτη

ενέχομαι θα πει είμαι υπόλογος

– το πέρασμα στην πράξη καθορίζει

ενέχομαι

στους από καιρό γνωστούς της ζωής δανειστές μου

– προγόνων αντισυμβαλλομένων συμβάσεως κατά τρίτου

ενέχομαι θα πει οφείλω

απόσβεση μιας ενοχής

για τη νόμιμη λήξη της:

Εν έχω

εν όχι

στην Ενοχή.

Στην ενότητα  «Animus testandi» η ποιήτρια συνθέτει τον κόσμο της σ’ έναν κύκλο που ξεκινά από την παρθενική θέαση του κόσμου, από την αγάπη για τη ζωή και περιλαμβάνει την αρχαία μυθολογία, την αρμονία και την ομορφιά της αρχαίας τέχνης, τη ρίμα του προπάππου που ζει στα κύτταρα του γιου, το άρωμα του βασιλικού, τους γκρίζους τοίχους που τους δένουν καλώδια, το μαντολίνο του παππού, τον χώρο και τον χρόνο, το παλιό και το νέο. Τα Αστερούσια με τις ασφοδιλιές και τ’ αστυβίδια, ο Κόφινας, η μυρωδιά του θυμαριού, του αλατιού και του φασκόμηλου και το Δωράκι, που το κουβαλά επάνω της σαν ένα γλυκό βάρος, την ακολουθούν και την ενδυναμώνουν. «Δωράκι»

Από ψηλά όπως φαίνεται

λες κι είναι ένα μεγάλο

χωριό

απρόσμενα μελαχρινό

απ’ το πολύ του κλάμα

και τις χαρές που έχει δει

ψηλά η εκκλησιά του

φορώντας τα νυφίκια της

και τα Χριστός Ανέστη

 

γεύση του άρτου τ’ αϊ Γιωργιού

με τα φιλιά στα χείλια

χέρια πολλά ν’ αγγίζονται

και να τρυγούν σταφύλια

τον Αύγουστο

κι ανήμερα της Παναγιάς

ο κάμπος

με τα μποστάνια τις ελιές

του τρυγητού τ’ αμπέλια

να δροσερεύει σούρουπο

το βέλασμα προβάτου

του βάτου

και τ’ ασφόδιλου

και των μανάδων το έλα

όταν στερεύει η θύμηση

θυμήσου το και γέλα

 

λαγκαδοστόλιστο χωριό

που διώχνεις το μεράκι

αν ανεβώ τους μύλους σου

π’ αλέθουν το σαράκι

και το πετούν σκόνη νερού

στης φτερωτής τον κύκλο

απ’ το νερό του ποταμού

ως το πλατάνι του κισσού

π ’ανέβαινα παιδάκι

 

απάνω μου σε κουβαλώ

και περπατώ και τραγουδώ

και το καταλαβαίνω

κάθε που σούρουπο δεχτώ

τ’ αστέρια στο Δωράκι.

Και το Ηράκλειο, η πόλη στην οποία ζει και εργάζεται, με το αστικό περιβάλλον της, τα μνημεία, τον τουρισμό και την ιστορία της αποτελεί πηγή έμπνευσης για την ποιήτρια και κλέβει την αγάπη της. Το «Σ’ αγαπάω» με το οποίο τελειώνει το «Καθημερινό», με τα τρία ανοικτά α και τη χασμωδία του ασυναίρετου τύπου τονίζει το μέγεθος και τη διάρκεια της αγάπης της γι’ αυτό.

Αλλά το ποιητικό της σύμπαν διευρύνεται σε χώρους συμβολικούς όπως η Άλφια και στο χώρο του ασυνείδητου. Η θητεία της στην ψυχανάλυση ασφαλώς συνέβαλε σ’ αυτό:  Falsa demonstratio ( Animus testandi σ.37)

…Γνωστό το ρήμα στο κορμί

κάθε που ο ύπνος τινάζει τα φτερά της αναχώρησης

– τότε είναι που εξάπτονται οι λέξεις

και ίλες άναρχες εκστρατεύουν οι αισθήσεις μας

κρυμμένες απ’ τα σύμπαντα

στον αφρό να ξεράσουν τη φυρονεριά τους

τότε χαράζει στο ασυνείδητο

κι ο θεός μικραίνει ακάτεχος

 

τότε αφικνούνται πετρώδεις οι Συμπληγάδες

εισβάλλουν γηγενείς οι πόθοι

και αποβαίνουν κύματα-κύματα

τιποτένιες οι λάβες της σύγχυσης.

Στο δεύτερο μέρος της Πράξης μετά τη διατύπωση της πρόθεσης του ποιητικού υποκειμένου αυτό προχωρεί στη συγκρότηση του σώματος της ποίησης. Εδώ ο κόσμος αναγεννιέται χάρη στη γραφή μέσω της γλώσσας. Κινητήρια δύναμη είναι ο λόγος που διεγείρει τη μνήμη, για να ξεκινήσει η δημιουργία του ποιήματος: (Corpus σ.39-40)

Γνωστό από πάντα.

αρχέγονο

με την υφή και την ισχύ του τρέχοντος ανέμου

 

και πριν το πάρει η θάλασσα

σπεύδοντας

μην πάλι και το χάσεις

– τόσο που γέμισαν τα χέρια σου με ζωντανό χρυσάφι

λέξη τη λέξη ευλαβικά

αλείφοντας κρασί τα μέλη του

άνω στιγμή θαυμάζοντας

κάτω στιγμή ρωτώντας

 

όπως εδίδαξαν προπάτορες

εναποθέτεις τα ιερά

πενθώντας με μελάνι

στο κενοτάφιο του λευκού

– και κλείνεις τη σελίδα…

 

Έπειτα έρχετ’ η ανάμνηση

και παίρνεις να τη λες

τατά τατάμ ταρατατάμ

απαλλαγμένη από κτερίσματα και περιττά στολίδια

συλλαβιστά, λικνιστικά

να ξαναγίνει Σώμα

 

λιτό

ακριβές

συνοπτικό

– γνωστό από πάντα

 

αρχέγονο

να ξαναβρεί τη μουσική του φέροντος ανέμου…

Η ποίηση ως σύστημα συμβόλων χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς της γλώσσας. Η ποίηση παράγει εμάς και το δίκαιο της ύπαρξής μας και κατά συνέπεια έχει χαρακτήρα σωματικό, φυσικό, γενετικό και ως εκ τούτου ερωτικό. Μας βοηθά να προσεγγίσουμε την αλήθεια του αρχέγονου μύθου της ύπαρξής μας και μας προσφέρει παραμυθία: «Πράξις»

Πρώτη

συνουσιάστηκ’  η γραφή μας

σαν το μολύβι έτριζε

απροσχημάτιστα

στη χάρτινη απορρόφηση

του λευκού

– και του γκρίζου

ξυστά

στους βραχίονες

απρόσμενης αφής

– ανύποπτη απανεμιά του Τυχαίου

 

Ύστερα η σκέψη

 

βολτάροντας πιάστηκε

να βαδίζει σημειωτόν

σε καμπύλες

του βλέμματος

σχηματικά ιριδίζοντας

– ομολογώντας

μια ανυπέρβλητη παραμυθία…

Το Corpus της ποίησης της Βούλας Επιτροπάκη περιλαμβάνει και άλλα corpora, όπως το corpus της γραφής, ένα ιστορικό corpus, το corpus του φωτός, το corpus της σιωπής, τα ουράνια σώματα κ.τ.λ.. Όλα αυτά τα σώματα έχουν κοινά χαρακτηριστικά με την ποίηση, την αλήθεια, την αναγεννητική δύναμη, την ερωτική διάσταση.

 

Το 2008 εξέδωσε την συλλογή «Σκανδιναβικός περίπατος», που περιλαμβάνει οκτώ ποιήματα. Ένα ταξίδι της ποιήτριας στις Σκανδιναβικές χώρες, με την ανησυχία της να ξεσαλώνει στον ταξιδιωτικό σάκο εξελίσσεται σ’ έναν ειρηνικό περίπατο της πένας της στη φύση και τον πολιτισμό των χωρών αυτών.

Με λαμπερές έγχρωμες οπτικές εικόνες αλλά και ακουστικές μας μεταφέρει στα τοπία των Σκανδιναβικών χωρών. Οι κόκκινες τουλίπες και η πράσινη ευθύτητα εικονίζουν με λιτότητα και αφαίρεση το Amsterdam, τα κοκκινότουβλα σε αντιπαραβολή με το μεντιτερανόλευκο στη βροχή, την Κοπεγχάγη, τα άσπρα γένια του Ερρίκου Ίπσεν και το κλαψιάρικο μωρό στο σύμπλεγμα του Κήπου με τα σιντριβάνια μας παραπέμπουν στο Όσλο. Στο Gol το ποιητικό υποκείμενο φαντάζεται τη θαυμάσια εικόνα της ίριδας της νερόσκονης από τους καταρράχτες κατά τη δύση στο μυχό της τρυπημένης στα φαράγγια θάλασσας. Εντυπωσιακή είναι και η εικόνα των ανθισμένων στεγών στο Songenfiord, στοιχείο του λαϊκού πολιτισμού, και του αόρατου γαλάζιου της «Μπλε σάλας» του Δημαρχείου της Στοκχόλμης όπου παρατίθενται τα μεγαλειώδη δείπνα τη βραδιά της απονομής των βραβείων Νόμπελ. Και οι ακουστικές εικόνες του κρότου από τις εκρήξεις της δυναμίτιδας του Άλφρεντ Νομπέλ και της μουσικής του βοριά, όταν περνά από το γλυπτό του Σιμπέλιους.

Παράλληλα ο ποιητικός αυτός περίπατος δίνει την ευκαιρία για αντιπαραβολή ή συσχέτιση χώρων και πολιτισμικών στοιχείων των Σκανδιναβικών χωρών με αντίστοιχα ελληνικά. Για παράδειγμα η αναφορά στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τον εθνικό παραμυθά της Δανίας, συνδέεται με τη φράση «Μια φορά κι έναν καιρό», με την οποία αρχίζουν τα Ελληνικά λαϊκά παραμύθια (Kopenhagen σ. 10). Άλλωστε στο λαϊκό λόγο έχει τις ρίζες της η ποίηση. Έτσι αρκετά ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως ποιήματα για την ποίηση. Όπως το ποίημα με το τίτλο «Bergen» όπου η επίσκεψη στο ξύλινο εργαστήρι του δόκτορα Αρμάουερ Χάνσεν που διέσπασε τον βάκιλο της λέπρας, παραπέμπει συνειρμικά στη Σπιναλόγκα και την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου στα κάστρα της. Οι στέγες των αγροτόσπιτων παρουσιάζονται εμψυχωμένες να ακούν το στεναγμό της ανακούφισης των χανσενικών της Σπιναλόγκας. Οι στέγες των αγροτόσπιτων και ο πόνος στα κάστρα της Σπιναλόγκας εκπροσωπούν το λαϊκό στοιχείο, από το οποίο γεννήθηκε η ποίηση και το αποτέλεσμά της, η ανακούφιση, η παραμυθία.

Η πολυσημία ορισμένων λέξεων ή η ηχητική τους ομοιότητα δίνουν τη δυνατότητα στην ποιήτρια να παίξει μ’ αυτά. Έτσι η αναφορά στους σολομούς της Βαλτικής που θα μπορούσαν να είναι λύματα (σκουπίδια) στ’ αμπάρι ενός πλοίου, παραπέμπει στο όνομα του Εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, γι’ αυτό η λέξη «Σολωμοί» γράφεται με κεφαλαίο. Και τα «λύματα» συσχετίζονται με τα «λήμματα», τις λέξεις-θησαυρούς δηλαδή που είναι ανεκμετάλλευτες ή παραπεταμένες.

Και το ωραίο ταξίδι κλείνει σε σχήμα κύκλου με την ανησυχία τρυπωμένη στον ταξιδιωτικό σάκο, λιγνεμένη από την αίσθηση ότι ίσως νίκησε το Άγνωστο μέχρι να ξαναγεννηθεί και να οδηγήσει σε νέες περιπέτειες.

 

Το 2016  μετά από οκτώ χρόνια σιγής- ποίησης πριν από την ποίηση- μας έδωσε το τριπλό ποιητικό βιβλίο «Τα μέρη του λόγου», που απαρτίζεται από τις συλλογές « Erotundata structura verborum», με υπότιτλο «Ποιητικό δοκίμιο για το ψέμα της γραφής», «Συνθέσεις, Πορτραίτα, Τοπία» και «Παιχνίδι».

Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στις συλλογές αυτές έχουν συντεθεί με τις ίδιες γλωσσικές επιλογές και το ύφος που διαμόρφωσε η ποιήτρια στο πρώτο της ποιητικό βιβλίο: λέξεις επιλεγμένες από όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας και από το κρητικό ιδίωμα υποταγμένες στο ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου, Λατινικοί όροι. Επίσης υπάρχουν παρένθετες προσθήκες με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία που διευκρινίζουν ή διευρύνουν το νόημα του ποιήματος, βιβλιογραφία, με τον τίτλο «Ό,τι εδίδαξαν οι προπάτορες», βοηθητικές σημειώσεις και ένας πίνακας ερμηνείας των λατινικών όρων.

Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας με τίτλο «Erotundata structura verborum», που σημαίνει «Η στρογγυλή συνάφεια των λέξεων» το ποιητικό υποκείμενο διαλέγεται με το ψέμα της γραφής υπό την ζωγραφική της φύση.

Κατά συνθήκην

Στο παραμύθι-μύθι μύθοι

στο ρημα-τικά ζω

γραφίζοντας

 

μια σύμβαση

ανείπωτη

με θεατή αναγνώστη

να μεταθέτει σχήματα

λόγου

παρ-ομοιώσεις

μεταφορές του ψέματος

πως τάχα…

 

Ξέρει η πένα να λαλεί

χρωματιστά

προσωποποίησε το σώμα

γυμνό

 

να ξαναγίνει θύμηση

για όσα

αν δεν έκρενε το πέτρινο χορτάρι

θα  ’τανε ψέμα  δίφορο…

Η ψευδολογία της γραφής έγκειται στο συμβατικό της χαρακτήρα: η γραφή απεικονίζει τον λόγο με βάση μιαν αυθαίρετη σύμβαση. Αυτή η ψευδολογία όμως είναι συγγνωστή, δικαιώνεται δηλαδή το ψέμα της γραφής, γιατί μ’ αυτό ο λόγος εξελίσσεται σε νόημα. Άρα το ψέμα αυτό είναι «μασκαρεμένη αλήθεια». Έτσι η γραπτή ποίηση αποδίδει τη ζωντανή προφορικότητα « τρυγώντας ασταμάτητα το σώμα των πραγμάτων»    Το ψέμα της γραφής

Το ψέμα

αν κι ουδέτερο

παρέα με το γράμμα

μεσ’ απ’ τη φαντασία του

ότ-αν συντρέχει Λόγος

δίδοντας όνομα στο έλλειμμα

γέννησε

το σημαίνον

 

δες  πώς συνωμοτούν τα ψέματα

με της γραφής το γράμμα

νυχθημερόν στα ράφια σου

σελίδα τη σελίδα…

Η ποίηση όπως και η γλώσσα έχει χαρακτήρα σωματικό, ερωτικό: «Erotundata structura verborum»

Η αγάπη

Ενώνει

τα γράμματα

σημείο το σημείο

στη γραμμή τους…

να μην ξεχνάς το γέλιο

και τον έρωτα

να ζεις!

Μετά την ποιητική δικαίωση του ψέματος της γραφής η ποίηση προχωρά πιο απερίσπαστη στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας: «Συνθέσεις-Πορτραίτα-Τοπία»

Πρώτα παρουσιάζεται η βάση της σύνθεσης, το αστάρι, κι έπειτα τα υλικά και τα μέσα που είναι απαραίτητα για την ποιητική δημιουργία: το χαρτί και η πένα σε   ερωτική σχέση, οι αισθήσεις, το φως, τα χρώματα. Με τον τρόπο αυτό συλλαβίζονται, αποδίδονται τα πράγματα που συνωμοτώντας με το φως πλησιάζουν με τα υλικά τους σώματα τον καλλιτέχνη και συμβάλλουν στην καλλιτεχνική δημιουργία, όποια ταιριάζει περισσότερο στον δημιουργό. Τα μέρη της σύνθεσης δηλαδή ταυτίζονται με τα μέρη του λόγου, που συνοψίζονται στα: γραφή-λόγος, ποίηση-πράγματα, εγώ-εσύ. Το ερωτικό στοιχείο, ο παραμυθητικός στόχος, η καλλιέργεια της μνήμης προβάλλονται ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποιητικής δημιουργίας, προτεραιότητα όμως δίνεται στη ζωή.  «τα υλικά» δ΄

Μείνε

κουβεντιαστά

παραμυθούμενος

θρυμμάτιζέ μου μυστικά

κείμενα

σ’ απόρρητα σημεία

 

ώσπου να ’ρθεις

– παλίρροια

Ζωή

να περιττεύουν σύμβολα

και αναπαραστάσεις

Μέχρι να ξαναφύγεις…

Να ξαναβάλω μαξιλάρι το χαρτί

– να σου θυμούμαι…

Οι ενότητες «Πορτραίτα» και «Τοπία» σύμφωνα με τον Σωκράτη Σκαρτσή «ολοκληρώνουν την αναφορά-ποιητική πραγμάτωση του άνθρωπος- κόσμος, υπό την ισχύ του ερωτικού χαρακτήρα αυτής της ποίησης».

Τα πορτραίτα είναι άλλοτε ποιητικές προσωπογραφίες συγκεκριμένων προσώπων, των οποίων τα χαρακτηριστικά όμως έχουν καθολικότητα και διαχρονικότητα και άλλοτε ποιητικές περιγραφές αναπαραστάσεων πορτραίτων ή προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών. Ας απολαύσομε το πορτραίτο με τίτλο «Μπόλι» ή «Το χαμόγελο της Ελένης», στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο παίζοντας με την ηχητική ομοιότητα των λέξεων «Πάρης»-«πάρεις» και «μηλιά»-«μιλιά» με τρυφερότητα προετοιμάζει την Ελένη και κάθε Ελένη για τη ζωή στο σύγχρονο κόσμο:

«Μπόλι» ή «Το χαμόγελο της Ελένης»

Έλα καλή μου

θα νυστάζει η κούκλα σου

θα ’ναι κι εκείνη κουρασμένη σαν και σένα

με τόσες μάχες και τρεχαλητά

τραγούδια ελικόπτερα κουζινικά κι οθόνες

 

ο Οδυσσέας θα χει φτάσει σπίτι του

η Αρτεμούλα κι η Χριστίνα θα κοιμούνται

και δεν πειράζει αν

ο Άρης ξέχασε το ξύλινο σπαθί του

 

δρύινα τείχη και σκαριά

δε σώζουν πλέον πόλεις

με σύμφωνα γραμμένα κυριεύονται

στην ξύλινη μας γλώσσα

 

κι ως δούρεια αλώθηκεν η Τροία

σε κινητά εγχειρίδια

τη μνήμη καθώς λένε οι γραφές

θα παραδώσουν

 

τα μήλα

– είδες – δε χαρίζονται σήμερα

κι η Ελένη

με το σπαθί της κατακτά τις ακροπόλεις

 

Πάρεις

δεν πάρεις

 

πως η μιλιά γεννά τα μήλα-γνώριζε

 

και κάτω απ’ τη μιλιά

ώριμα αργά ή γρήγορα

στα δυο θα τα γευτείς με την παρέα σου

όπως τα μοιραζόσασταν τ’ απόγευμα μ’ αστεία

παιχνιδίζοντας στον κήπο…

 

Άντε καλή μου

Καληνύχτισε την κούκλα σου

το μερτικό της στην Αφρούλα ομορφιά αποδοθεί

κι αργά το βράδυ στο κουκλόσπιτο

 

’κείνη η σπονδή με τη μηλόπιτα στην Ήρα

 

στάχυ από στάχυ να πλεχτούν τα όνειρα

γλυκά να θρέψει το ξημέρωμα

και βάστα

 

μεγάλο το καλάθι

να χωρεί

και σοβαρά κι αστεία

 

– αύριο γι’ άλλη μια φορά

με τη μιλιά

θα παραδώσει

 

ο δάσκαλος

στην Ιστορία

την Τροία.

Στο τρίτο μέρος τα τοπία οριοθετούνται στη γραμμή του ορίζοντα της γλώσσας και της ποίησης «πώς σταματάει ο ουρανός στο χώμα

– για την ακρίβεια πώς οι έννοιες

αρθρώνονται στο σώμα…»

Κοινό σημείο αυτών των τοπίων είναι η αγάπη που οδηγεί στην επικοινωνία και τον έρωτα, την ποιητική δημιουργία και την ελευθερία Στο ποίημα «Σκηνή» παρακολουθούμε τη σκηνογραφία του χώρου όπου ζει και δημιουργεί το ποιητικό υποκείμενο, στον οποίο εισήλθε ως προερχόμενο από τους αγρούς από την αριστερή πάροδο, και τη σφοδρή επιθυμία του να βρεθεί στον τόπο που γεννήθηκε και διαμορφώθηκε.

Το τρίτο βιβλίο των Μερών του λόγου, «Το παιχνίδι», έχει ως μότο μια φράση του Παλλαδά του Αλεξανδρέως «Σκηνή πας ο βίος και παίγνιον∙ ή μάθε παίζειν, την σπουδήν μεταθείς, ή φέρε τας οδύνας.» Στα ποιήματα αυτού του βιβλίου η ποίηση γίνεται ένα ερωτικό  παιχνίδι με τις λέξεις «..βήμα το βήμα ο καιρός

μου σκάρωσε το σχήμα σου

 

πότε στην άμμο πότε στο χαρτί

πότε που έγειρα στο νώμο σου

πότε απουσία τόση

κι άλλη τόση

πετρούλα

λέξη

μες στα χέρια μου

να παίζω

κισκιντάκι»

Γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται ονόματα παιχνιδιών, πεντόβολο, κισκιντάκι,κορώνα-γράμματα, το ρήμα παίζω και το ουσιαστικό παιχνίδι. Το ποιητικό υποκείμενο παίζει με τα μέρη του λόγου και άλλους γραμματικούς όρους, με την πολυσημία των λέξεων και μένει έκθαμβο από το ψέμα της γραφής, το οποίο μετατρέπεται με τη δύναμη του έρωτα σε τραγούδι των πραγμάτων με τις λέξεις, από το οποίο προκύπτει ευχαρίστηση, απόλαυση. Βέβαια για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος της ποιητικής δημιουργίας είναι απαραίτητη η επικοινωνία των  δύο μερών του λόγου, του εγώ και του εσύ: «..μα για να παίξεις

πρέπει να βρεις εμένα

να σε πιστέψω»

Και η ποιήτρια ζωγραφίζει κυριολεκτικά στην αυλή των συλλαβών και με την τέχνη της συμβάλλει «στην ερωτική πραγμάτωση λόγος- πράγμα»:

«να νέμονται τα δάχτυλα

τη ράχη των πραγμάτων με τις λέξεις…»

«..και για να κοινωνούν τα γράμματα

τη ράχη των πραγμάτων

με τις λέξεις»

Το αποτέλεσμα της ποιητικής δημιουργίας είναι η ομορφιά και η πληρότητα της αγάπης:

«..και στρογγυλεύει

λάμποντας

κορόμηλο η αγάπη…»

 

Η Βούλα Επιτροπάκη λοιπόν με ύφος άλλοτε σοβαρό κι άλλοτε παιγνιώδες ή και ελαφρώς ειρωνικό, κάνει ποίηση το δίκαιο, τη φύση, τη γλώσσα, την ποίηση, τον έρωτα, την αγάπη, την αλήθεια, εν τέλει τη ζωή. Οι οπτικές εικόνες με τα φωτεινά τους χρώματα συνιστούν την εικαστική διάσταση της ποίησης της και συμπληρώνονται με θραύσματα ήχων και αρώματα.

Η αίσθηση του περιττού κάνει το λόγο της λιτό, πυκνό, περιεκτικό, υποβλητικό. Η γλώσσα των ποιημάτων της είναι η διαχρονική Ελληνική με λέξεις επιλεγμένες από όλες τις περιόδους της  ακόμη και διαλεκτικές του Κρητικού ιδιώματος και κάποιες Λατινικές. Η χρήση του β ενικού προσώπου  με το οποίο το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στο εσύ και η εντύπωση θεατρικού μονολόγου που δημιουργείται σε ορισμένες περιπτώσεις προσδίδουν έντονη δραματικότητα στο λόγο. Συχνά η ποιήτρια παίζει με την ετυμολογία και την ηχητική ομοιότητα κάποιων λέξεων ή αραιώνει τα συνθετικά σύνθετων λέξεων.

Η ποίηση της Βούλας Επιτροπάκη, μια ποίηση υψηλής αισθητικής και ποιότητας, αποτελεί συνδυασμό παραδοσιακών και υπερρεαλιστικών στοιχείων, στον οποίο κυριαρχεί ο ρυθμός και το ήθος του δεκαπεντασύλλαβου. Και ενώ η διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας με την αυτοπαρατήρηση και τη μελέτη του κόσμου και της ζωής που προϋποθέτει προκαλεί πόνο, οδύνη και το αίσθημα της μοναξιάς και της ματαιότητας, η ποίησή της εκπέμπει φως και αισιοδοξία, η οποία βασίζεται στην ελπίδα και τον αγώνα: «έτσι κόκκινη θα βάψω την ελπίδα μου

κόκκινη και τη ματιά μου

γιατί δεν πιστεύω πώς

πώς έγινε ακόμη

να πονούμε απ’ τα λόγια μας…»

«Δε δωρίζεται

η χαρά

χρησικτάται».

 

 

.

 

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *