Η «κλεψά» – Οι εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών στην Κρήτη του 19ου αιώνα

Από τον Ανδρέα Λενακάκη.

Η βίαιη και ακούσια αρπαγή των γυναικών, η «κλεψά», ήταν πρακτική αρκετά διαδεδομένη στην Κρήτη. Όταν κάποιος άνδρας κατώτερης κοινωνικής τάξης γνώριζε ότι δεν είχε πιθανότητα να γίνει αποδεκτός ως γαμπρός από την οικογένεια κάποιας κοπέλας, κατέφευγε στην «κλεψά».

Έστηνε ενέδρα με φίλους ή συγγενείς του σε σημείο που γνώριζε ότι θα περνούσε η υποψήφια νύφη, και την απήγαγαν. Από εκείνη τη στιγμή η τιμή της κοπέλας εθεωρείτο είχε θιγεί και δεν υπήρχε δυνατότητα επιστροφής, καθώς ήταν ατιμασμένη.

Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις ο επίδοξος γαμπρός έκανε πραγματική επίθεση στο σπίτι του μελλοντικού πεθερού, όπως διασώζει το κρητικό δημοτικό τραγούδι, που αναφέρεται στα Σφακιά. Κάποιος Σφακιανός ερωτεύεται το Λενιώ και παρά την άρνηση του πατέρα, την κλέβει και την παντρεύεται:

…..-Άνοιξε ‘δά, παπά Χατζή, άνοιξε  ‘δά, αφέντη,

να μαςε δώσεις το Λενιώ που σαν τον ήλιο φέγγει.

-Δε σας το δίδω το Λενιώ, που σα ν-το ν-ήλιο φέγγει.

-Με τω Σφακιώ το θέλημα θα φέρω να την πάρω.

-Και το Σφακιώ το θέλημα να φέρεις, δεν την παίρνεις.

Σαρανταπέντε μπαλοθιές επαίξανε στην πόρτα

κι εμπήκαν κι ανεγύρανε τα μέσα και τα όξω

κι εμπήκαν και την ηύρανε σ’ ολόχρυσα σεντόνια,

σ’ ολόχρυσα παπλώματα και σ’ αργυρένιο στρώμα.

-Σηκώσου ‘δά, κερά Λενιώ, να κάμεις το σταυρό σου

μα ήρθ’ η ώρα του Θεού να πας στ’ αρχοντικό σου… (Λενακάκης 2007, 107-108)

Η προοπτική μιας τέτοιας αρπαγής ανάγκασε την οικογένεια Σφακιανάκη να εγκαταλείψει τα Σφακιά και να εγκατασταθεί στο Κάτω Χωριό Ιεράπετρας «για να μη χυθεί λέει αίμα, γιατί ένας σφακιανός νταής ήθελε να κλέψει την κόρη». «Ο προπάππους αρνήθηκε να του δώσει την κόρη και ο νταής το πήρε πολύ βαριά». Λόγω εσωγαμβρίας ένας κλάδος της ίδιας οικογένειας θα αναπτυχθεί στον Βαχό Βιάννου[11].

Η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη όταν ο υποψήφιος γαμπρός ήταν μουσουλμάνος, γεγονός που σήμαινε τον εξισλαμισμό της υποψήφιας νύφης. Και σ’ αυτή την περίπτωση η δημοτική ποίηση διατηρεί τέτοιες μνήμες:

Πέμπει τρακόσους του σπαθιού και χίλιους του πολέμου,

στην κάμερα τη βρίχνουνε αργυροκουκλωμένη.

-Σηκώσου ‘δά, Λενάκι μου, να βάλεις τα καλά σου,

στην πόρτα τση παράδεισος να πάει η γι-αφεδιά σου.

-Στην πόρτα τση παράδεισος χτίσετε το κονάκι,

να τρέξουνε τα μάθια μου σαν το νερό στ’ αυλάκι.

Κι η μάνα τζη την ήκλεγε και τη μοιρολογούνταν

-Παιδί μου, που σε στόλιζα με λίρες και κανάκια

κι εδά σε πήρ’  Αμέντ αγάς με πίκρες και φαρμάκια…(Λενακάκης 2007, 114-115)

Παρόμοιες περιπτώσεις διατηρούνται στην ιστορική μνήμη οικογενειών. «Ο προ-προ-πάππους μου έφυγε απο τα Ακούμια γιατί εσκότωσαν με τα αδέλφια του τον πασά της περιοχής, επειδή ήθελε να πάρει την πανέμορφη προ- προγιαγιά στο χαρέμι του..(γυναικα του προ προ παππού) και έφυγαν με τα πέντε  αδέλφια του.

Οι τρεις εξ αυτών πήγαν στις Στέρνες Μονοφατσίου, ο άλλος αδελφός πήγε Λούρες κι ο άλλος αδελφός σε μετόχι της ευρύτερης περιοχής, ίσως Άγιο Νικόλαο (σ.σ. Μονοφατσίου). Το αρχικό επώνυμο των προγόνων ήταν Αλεβιζακης. Από τα Ακούμια, έμεινε το επώνυμο Ακουμιανάκης, που απλοποιήθηκε σεΚουμιανάκης»[12]

Ανάλογη ιστορική μνήμη διατηρεί η οικογένεια Σκουλουφιανάκη στον οικισμό Καλογέρου Ρεθύμνου. Ο γεννήτορας της οικογένειας έφυγε με την οικογένειά του από τα Σκουλούφια λόγω των κακών σχέσεών του με τους Τούρκους. Κυνηγήθηκε, όμως, και στου Καλογέρου, με αποτέλεσμα η γυναίκα του να γίνει σκλάβα και ο γιος του γενίτσαρος και ο οποίος, μάλιστα, θα λάβει αξίωμα στο τρομερό αυτό στρατιωτικό σώμα.

Με την εξασθένισης της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη χαλάρωση των καταπιεστικών μέτρων, δεν θα επιστρέψει στου Καλογέρου μόνο ο γιος, αλλά και η σύζυγος, η οποία θα βρει τον σύζυγό της παντρεμένο με άλλη γυναίκα, με την οποία μάλιστα είχε αποκτήσει ένα παιδί. Μετά από συμβουλή του Δεσπότη, χώρισε τη δεύτερη σύζυγο και επέστρεψε στην πρώτη, με την οποία επανέστησαν την οικογένεια (Κυδωνάκης 2010, 131).

Πίσω από αυτή την τραγική ιστορία περιγράφονται αδρομερώς δυο τακτικές της οθωμανικής διοίκησης, εκείνη του παιδομαζώματος (Βακαλόπουλος 1964, 50 κε.) και του γενιτσαρισμού (Δημαράς 1970, 171 – Μεταλληνός 2005, 194-195). Η δε αρπαγή των γυναικών για να ενταχθούν σε χαράμια και τελικά να καταλήξουν ακόμα και σύζυγοι του σουλτάνου ή των τούρκων αξιωματούχων αποτυπώνεται στο κρητικό δημοτικό τραγούδι «Η αρπαγή της θυγατέρας του παπά Φλουρή / Χατζή», το οποίο αναφέρεται στην αρπαγή της Ευγενίας Βεργίτση, μετέπειτα σουλτάνας και βασιλομήτορος (Σταυρινίδης 1985 και Λενακάκης 2007, 33-34).

Στσι δεκαφτά του Γεναριού, τ’ Αγι’ Αντωνιού αποσπέρα

Εκλέψαν του παπά-Φλουρή τη μιαν του θυγατέρα,

τη μεσακή την πια καλή, την όμορφη κοπέλα.

Χίλιοι τηνε κρατούσανε, τρακόσοι γενιτσάροι

και δεκοχτώ τουρκόπουλα την κάνανε παζάρι.

Παζάρι την εκάνανε, παζαργιασμό δεν είχε

κι από τα κάλλη τα πολλά λογαργιασμό δεν είχε.

Παίρνουν την εδά και από ‘κεί του βασιλιά την πάνε.

-Ωρέ, και που σας έτυχε αυτό το κελεπίρι;

-Αυτή  ‘ναι του παπά-Φλουρή με τα πολλά πιτσίνια.

-Ας φέρει τα πιτσίνια ντου να πάρει το παιδί ντου.

Ωστόσο φτάνει και ο παπάς γονατιστός και κλαίει.

-Δώσε μ’, αφέντη βασιλιά, δώσε μου το παιδί μου.

-Άμε να μπεις στο χαζινέ να πάρεις όποια θέλεις,

γιατί στα χέρια όπού ‘μπλεξε μπλιο τζη δεν ξεμπερδένει (Λενακάκης 2007, 32)

Σε μια περίπτωση η έρευνά μας κατέγραψε την κλοπή μουσουλμάνας από χριστιανό. Πρόκειται για την περίπτωση της οικογένειας Ινιωτάκη. Ο γεννήτορας της οικογένειας, καταγόμενος από το Ίνι  Μονοφατσίου, έκλεψε την κόρη του τούρκου τοπάρχη και στην σύγκρουση που ακολούθησε σκότωσε δυο Τούρκους. Για να χαθούν τα ίχνη του κατέφυγε στα απομονωμένα και δυσπρόσιτα, εκείνη την εποχή, Αμιρά Βιάννου[13].

[11] Πληρ. Γιώργης Σφακιανάκης, φυσικός, Βαχός

[12] Πληρ. Κουμιανάκη Ελένη, Πιτσίδια

[13] Πληρ. Πέτρος Ινιωτάκης, μηχανικός, αντιδήμαρχος Ηρακλείο

 

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *