‘Ασπροι, κίτρινοι, μαύροι, χιμούν και φωνάζουν. Λευτερώσου κι από τη ράτσα.

Δε μιλάς εσύ.
Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει. μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων.
‘Ασπροι, κίτρινοι, μαύροι, χιμούν και φωνάζουν.
Λευτερώσου κι από τη ράτσα.
Πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο.
Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του.
Έλεος να σε κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του το καύκαλο.
Δεν ξέρει από που έρχεται και κατά που πάει. Μα θέλει, αγαπώντας, δουλεύοντας, σκοτώνοντας, να κυριέψει τη γης.
Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους.
Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε. Φωνάζουμε βοήθεια! Τρέχουμε.
Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε.
Τρέχουμε.

Ασκητική
Γ’: Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ Νίκος Καζαντζάκης





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *