Καζαντζάκης-Όφις και κρίνο: Ένας ύμνος στο πάθος και τον έρωτα, που οδηγεί στην τρέλλα και τον θάνατο

 

5 του Μάη

Μέσα στην ψυχή μου επρόβαλες και το ’ξερα πως θα ’λθεις. Και Σε περίμενα. Σε περίμενα όπως η γη τον χειμώνα παγωμένη κι έρημη πονεί και περιμένει. Είσαι Συ η άνοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα στην ψυχή μου. Στο διάβα Σου ανοίγονται κι ανθούν κι ευωδιάζουν οι σκέψεις μου. Κάτω από τα πόδια Σου φυτρώνει και χαμογελά το χρώμα της ελπίδας. Η αναπνοή Σου θερμή και παρηγορήτρα διαβαίνει απάνω από την ψυχή μου και ξυπνούν από τη νάρκη των ανέρωτων χειμώνων τα όνειρά μου και Σε βλέπουν χωρίς έκπληξη και Σου χαμογελούν. Το ’ξεραν πως θα ’λθεις. Κάποια πουλιά ανοίγουν μέσα μου τα μάτια των και ξετινάσσουν τα φτερά. Κι Εσύ χαμογελάς και προχωρείς αγάλια, αγάλια, βασίλισσα μέσα στην ψυχή μου.

Αγάλια, αγάλια προχωρείς μές στην ψυχή μου με την περηφάνεια των ρόδων και τον ίμερο των μεγάλων κισσών και τη σιωπηλήν επίκληση των ντροπαλών μενεξέδων. Κι ένα φιλί απέραντο ανατριχιάζει κι απλώνεται και τρέμει στο κορμί μου. Το νοιώθω – είσαι η Άνοιξη Εσύ, ω Εκλεχτή κι Ευλογημένη, και είμαι εγώ η γη, η μεγάλη και ακόλαστη μητέρα – που ανοίγει τις λαγόνες της και περιμένει.

(Απόσπασμα από την δεύτερη έκδοση του μυθιστορήματος Όφις και Κρίνο του Νίκου Καζαντζάκη, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1974, σσ. 9 – 10· σημειωτέον ότι όλα τα αποσπάσματα που παρατίθενται στο άρθρο ανήκουν στην έκδοση αυτή).

Το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Το βιβλίο αυτό, με το οποίο ο κορυφαίος Έλληνας συγγραφέας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά Γράμματα, αποτελεί ουσιαστικά τον προάγγελο της παγκοσμίως αναγνωρισμένης λογοτεχνικής δημιουργίας του. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα δυνατό ερωτικό μυθιστόρημα, στο οποίο ο συγγραφέας καταθέτει τις εφηβικές εμπειρίες του και συγχρόνως στοιχεία της κοσμοθεωρίας του. Εκδόθηκε – για πρώτη φορά – το 1906, με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή και με την αφιέρωση «Στην Τοτώ μου» (δηλ. την Γαλάτεια Αλεξίου). Μετά την δεύτερη έκδοση (1974), ακολούθησε νέα σχολιασμένη έκδοση (2002), που από το 2005 κυκλοφόρησε με καινούργιο συμπλήρωμα. Τα σχόλια και τις πληροφορίες για το έργο αυτό, τον ίδιο τον Καζαντζάκη και τις βιοθεωρίες του έχει γράψει ο Πάτροκλος Σταύρου, Συγγραφέας, Εκδότης και Επίτιμος Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Νίκος Καζαντζάκης συνέθεσε το Όφις και Κρίνο το 1905, εμπνευσμένος από την ερωτική του ιστορία με την Ιρλανδέζα Kathleen Forde, δασκάλα του στο μάθημα των Αγγλικών, στο Ηράκλειο. Η γυναίκα αυτή, που υπήρξε ο πρώτος έρωτας του μεγάλου συγγραφέα, ήταν η «Μούσα» του, η φλογερή έμπνευσή του, η περίφημη «Ιρλαντέζα», στην οποία αφιέρωσε, επίσης, ένα ολόκληρο κεφάλαιο (το ΙΔ΄) στο έργο του Αναφορά στον Γκρέκο.

Το μυθιστόρημα Όφις και κρίνο έχει γραφεί με μορφή ημερολογίου (από τις 2 του Μάη μέχρι τις 2 του Μάρτη του επόμενου χρόνου), αποτελείται από 4 ενότητες και πραγματεύεται τον παθιασμένο έρωτα ενός σπουδαίου ζωγράφου από την Κρήτη, λάτρη του κάλλους και της ηδονής, και μιας Ιρλανδέζας, που ήταν το μοντέλο του. Όταν συναντήθηκαν, ο αγέρας έπαιρνε φωτιά ανάμεσά τους, μια φωτιά που τελικά έκαψε και τους δύο… Εκείνος ήταν ο Όφις κι εκείνη το Κρίνο (– είχα ζωγραφίσει ένα πελώριο κρίνο κομένο και ριμένο άσπλαχνα σ’ ένα παράξενο με μύριους ελιγμούς ποτάμι. Και σήμερα βλέπω – δεν είναι ποτάμι, αλλά ένας όφις πελώριος που τρέχει κάπου εκεί πέρα, με μύριους ελιγμούς, και κρατεί στο στόμα του ένα ώμορφο, πελώριο κρίνο [σσ. 30 – 31]).

Μία συνεύρεση παράφορη και συγκλονιστική, που οδηγήθηκε σ’ ένα τέλος νοσηρό και τραγικό. Ο μεγάλος ζωγράφος, έχοντας απολαύσει ό,τι του πρόσφερε η ζωή, κυριαρχήθηκε από την ιδέα του θανάτου και, τελικά, αποφάσισε ο θάνατός του να είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον έρωτα και με την ομορφιά, όπως άλλωστε ήταν συνδεδεμένη και ολόκληρη η ζωή του. Έτσι, κάλεσε την Αγαπημένη του στο σπίτι του, όπου πέρασαν μαζί μια θεσπέσια ερωτική νύχτα, μέσα σ’ ένα δωμάτιο κατακλυσμένο από κρίνα και ρόδα. Το επόμενο πρωί, ένας φίλος του ζωγράφου τούς βρήκε νεκρούς από ασφυξία, ενώ το δωμάτιο ήταν ακόμη πλημμυρισμένο από το άρωμα των λουλουδιών…

Η Αγγέλα Καστρινάκη, Αναπλ. Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, παρατηρεί μεταξύ άλλων – στο άρθρο της «Ο Καζαντζάκης και ο Αισθητισμός: έλξη και άπωση», Νίκος Καζαντζάκης, σαράντα χρόνια από το θάνατό του, Εκδ. Δημοτικής Πολιτιστικής Επιχείρησης Χανίων, Χανιά 1998, σσ.127-153 – ότι «Με το Όφις και κρίνο ο Καζαντζάκης επιδιώκει να γράψει ένα σύγχρονο Άσμα ασμάτων, το ερωτικό ποίημα της μοντέρνας ευαισθησίας» και ότι «…το χαρακτηριστικό του Όφις και κρίνο, ο φόνος της γυναίκας από τον άντρα, θα αποδειχθεί από τα πιο επίμονα στο κατοπινό έργο του Καζαντζάκη. Πρόκειται για έναν φόνο που προέρχεται από τη διαφορετική φύση των δύο φύλων και τον διαφορετικό προορισμό τους. Γιατί τα δύο φύλα είναι πολύ διαφορετικά ως προς τα πνευματικά τους γνωρίσματα: ο άντρας είναι «Εκλεχτός», έχει θεϊκή φλόγα μέσα του και ονειρεύεται την επιστροφή σε μια ανώτερη πατρίδα την οποία θυμάται και νοσταλγεί, ενώ η γυναίκα είναι αδύναμη και μικρή, και η ψυχή της είναι «από άλλους μικρότερους κόσμους». Ο άντρας υφίσταται μια παράλυση της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας εξαιτίας της γυναίκας, κι αυτός είναι ένας από τους λόγους της θανάσιμης λύσης…».

10 του Μάη

…Ω Πολυαγαπημένη, γιορτάζει η αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε, ανεβαίνει κι έρχεται η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης – σαν κύμα που ανεβαίνει τραγουδώντας και φιλεί ερωτεμένο τους ώμορφους βράχους.

Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Είναι τα μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου. Κ’ είνε τα όνειρά μου ντυμένα στα γιορτάσιμα που εξεκίνησαν από το νεκροταφείο κι εδιάβηκαν το Δίπυλο, κι ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τον Βράχο τον Ιερό…

Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Η Νίκη κάθεται απάνω στο χέρι Σου. Το κορμί Σου είνε φιλντίσι και λαμποκοπά μέσα στη νύχτα. Και κάτω στα πόδια Σου σωρειάζεται ο μεγάλος όφις – ο υποχθόνιος θεός που σκορπίζει τ’ αγαθά από τα βάθη της γης…

Ω χαμογέλασε, ω Ζωή και ω Αγάπη, στο ορφανεμένο αέτωμα και θα γυρίσουν πάλιν οι μαρμαρένιες σκέψεις του Φειδία και η Παρθένα Θεά θα γεννάται πάνοπλη και θα ’ναι γύρω οι Θεοί και θα χαμογελούν…

Ω Αγαπημένη και ω Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και υψώσου Ανέγγιχτη στο βάθος του σηκού και χαμογέλασε. Η πομπή ανεβαίνει τώρα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια κι έρχεται ν’ απλωθεί στα πόδια Σου και να Σε προσκυνήσει. Τα μαύρα μου προαισθήματα και οι έκφυλοι πόθοι κι οι αγέλαστες σκέψεις όλες σέρνονται δεμένες στον βωμό Σου για να θυσιασθούν…

Συ είσαι η μόνη Θεά, Συ είσαι η Αλήθεια και η Νίκη! Στο μέτωπό Σου χαμογελά η Αθανασία κι ανάβει στα χείλη Σου η λαχτάρα της ζωής και κοκκινίζουν απάνω στα μάγουλά Σου όλα τ’ απόκρυφα κι όλα τα ντροπαλά της αγάπης. Συ είσαι η Ευρυθμία, Συ η Αλήθεια και η Ζωή. Ανεβαίνει σαν κύμα κι απλώνεται κάτω από τον Παρθενώνα η πομπή η ιερά της αγάπης μου και γονατίζουν οι επιθυμίες μου και μαδούν σιωπηλές στα πόδια Σου όλα των τα λουλούδια.

Έλα, ω Λαχτάρα της ψυχής μου! κατέβα από τα μάρμαρα και δώσε μου τα χείλη Σου και δώσε μου το κορμί Σου…

Έλα να γεμίσομε τις καρδιές μας, σαν τα ποτήρια τα Παναθηναϊκά από το άδολο κρασί του Ιδανικού και θα λάμψουνε τα μάτια μας από το μεθύσι της ζωής και τα χείλη μας θα γεμίσουνε φιλιά…

Έλα. – Σαν τους αθανάτους Θεούς απάνω στη ζωφόρο, να ξαπλωθούμε κι εμείς απάνω στα μάρμαρα, εδώ, στη Σαλαμίνα απέναντι που βγαίνει μέσα από τη θάλασσα ωσάν πελώριο τρόπαιο και μας χαμογελά… Ας ανοιχτούνε σαν κάλυκες ρόδων και σαν δοχεία αρωμάτων κι ωσάν χείλη προσευχόμενα οι καρδιές μας και ας ευχαριστήσουν τους μεγάλους θεούς γιατί έπλασαν τη ζωή τόσον ώμορφη και τα χείλη Σου τόσο κόκκινα και την αγάπη μου τόσο μεγάλη.

Ας αρχίσουνε τον χορό και τα τραγούδια και τη λειτουργιά του Καλού οι μεγάλοι ιερείς και οι ιέρειές τους, ο Σωκράτης και ο Αλκιβιάδης, ο Φειδίας και η Διοτίμα, ο Περικλής και η Ασπασία. Και ο λαός ο Εκλεχτός των θεών – όλοι οι Αθηναίοι κι όλες οι Ατθίδες – ας ψάλλουν εύθυμοι όλοι μαζί την φαιδράν επωδόν των Ιερέων. Και όλα τα λουλούδια ας ανοιχτούν τριγύρω και όλη η αρμονία και το μουρμουρητό της θάλασσας ας ανεβεί ίσα μ’ εδώ απάνω και όλη η ηρεμία κι η χαρά του Ολύμπου η ξενητεμένη ας γυρίσει πάλιν εδώ και ας χυθεί κάτω από τα κιονόκρανα του Παρθενώνα και από τις εσθήτες των Καρυατίδων και ας περιπλεχτεί στα μέλη τα τορνευτά των Ατθίδων και στο μέτωπο των ανδρών – η μεγάλη, η άγια, Ανατριχίλα της αγάπης.

(Αποσπάσματα, σσ. 10 – 14).

Στον συνεχή αυτόν μονόλογο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί συχνά το β΄ πρόσωπο, αφού – τις περισσότερες φορές – ο ήρωάς του απευθύνεται στην μεγάλη Αγαπημένη… «Με λόγο εντόνως εξομολογητικό, που αγγίζει τα όρια του παραληρήματος, ο ζωγράφος ξεδιπλώνει σε δεύτερο πρόσωπο τα αισθήματα που τρέφει για την αγαπημένη του» αναφέρει η Ειρήνη Σπυριδάκη, φιλόλογος και ζωγράφος, στο άρθρο της «“Όφις και κρίνο”: η persona ενός ζωγράφου στον Καζαντζάκη», 9 Σεπτεμβρίου 2009.

Και μόνον από τις προσφωνήσεις, που χρησιμοποιεί ο ζωγράφος για την αγαπημένη του, γίνεται κατανοητός αυτός ο έρωτας – συγκερασμός άμετρης λατρείας και ακραίου αισθησιασμού (Ω Πολυαγαπημένη, Ω Αγαπημένη και ω Θεά, Ω Ζωή και ω Αγάπη, Ω Λαχτάρα της ψυχής μου, Ω Εκλεχτή μου, Ω Εκλεχτή της ψυχής μου, Ω Ακόρεστη και ω Γυναίκα, Αγάπη μου, Αγάπη μου…).

Η γυναίκα αυτή, που ορίστηκε από τη Μοίρα να συνδεθεί άρρηκτα και με τη ζωή και με τον θάνατο του μεγάλου καλλιτέχνη, αποτελεί το αντικείμενο του εκρηκτικού έρωτά του και του παράφορου πόθου του:

…Η αγάπη Σου σαν ασημένιο χάδι φεγγαριού ντύνει με ηρεμία και με φως την ψυχή μου. Όταν σε βλέπω κάποιο βάρος λυγίζει τα γόνατά μου, άθελα σμίγουν τα χέρια μου και η ψυχή μου όλη μπροστά Σου ανοίγει – έτσι ανοίγει το λουλούδι όταν το ιδεί ο ήλιος… (σσ. 18 – 19).

…Και όταν βαδίζεις και όταν γέρνεις απάνω μου κι όταν ανοίγεις τα χείλη και όταν κλείνεις τα μάτια και όταν παραδίδεσαι είνε άσμα και είνε μουσική το σύμπλεγμα των γραμμών Σου. Στην αγκαλιά Σου κρύβονται τα μυστήρια των αιωνίων Πόθων και στα μάτια Σου αρμενίζει το αίνιγμα των θαλασσών… (σ. 19).

…Όταν γέρνω απάνω σου, σαν να εξατμίζεται ένα κομμάτι από το σώμα Σου και μπαίνει μέσα στο σώμα μου – και μεταλαβαίνω. Και μεθούν οι σκέψεις μου και μιλούν δυνατά οι πλειό απόκρυφες επιθυμίες μου… Γέρνω απάνω σου και βλέπω κόσμους άφθαστους και κόσμους περασμένους – που όσο γερνούν και φεύγουνε τόσο και λαχταριούνται… (σ. 20).

…Είσαι η μόνη γυναίκα που εγέμισες την ψυχή μου. Όταν περνάς σιγά, σιγά, το χέρι Σου απάνω στα μαλλιά μου, κόσμοι απόκρυφοι ανοίγονται μέσα μου και μια άνθιση μυστική κρίνων και ρόδων και κισσών ανθεί και πλέκεται γύρω στους στοχασμούς μου. Μου έρχεται να σκύβω και να σκορπώ στο διάβα Σου στέφανα και ρόδα και πολύξερους πόθους κι αγάπης μυστικά… (σσ. 22 – 23).

...Ω Πολυαγαπημένη! μην κλαις, η αγάπη μου είνε άγρια και έκφυλη μα είναι αιώνια… Μην κλαις! Μην κλαις… Το κρασί της αγάπης – το κρασί της αγάπης εμέθυσε την ψυχή μου. (σ. 33).

…Ω μην κλεις τα μάτια Σου όταν σε φιλώ. Θέλω να ιδώ τι λένε οι αγγέλοι την ώρα που κατεβάζεις τα βλέφαρα φορτωμένα από φιλιά και πώς ναυαγούν και σπάνε τα καράβια στην τρικυμιά την άγρια που σηκώνει στα μάτια Σου η καταιγίδα των επιθυμιών μου. (σ. 37).

…Σ’ αγαπώ και φοβούμαι. Θέλω να μου δοθείς όλη, όλη, όλο Σου το παρελθόν και το παρόν και όλο Σου το μέλλον και να σμίξομε μαζί και να κρυφτώ στο κορμί Σου και να χαθώ και να μη βλέπω… (σ. 41).

Επίσης, συχνά παρατηρείται η γραφή του κειμένου στο α΄ πρόσωπο – χαρακτηριστικό της ημερολογιακής μορφής του έργου:

Έχω πυρετό πάλι σήμερα… (σ. 7).

Είμαι κάπως ησυχότερος σήμερα. Δεν θα ’λθει απόψε. Την ποθώ και τη φοβούμαι. Είναι παράξενο τι αισθάνομαι γι’ αυτή. Για το ευλύγιστο αυτό σώμα και τα μεγάλα μάτια και τα κόκκινα, τα αιματωμένα χείλη… (σ. 8).

Έχω πυρετό. Υποφέρω. Εδώ, εδώ στα στήθια. Νοιώθω μια φλόγα να τρέχει και να χοχλάζει στις φλέβες μου. Μου φαίνεται πως αν ανοίξω μιαν αρτηρία μου κι αφίσω να τρέξει λίγο αίμα, θα ησυχάσω. (σ. 16).

Κάθομαι στο ατελιέ μου μπροστά στις ζωγραφιές που άρχισα και δεν μπορώ να τελειώσω – κάθομαι και συλλογούμαι. Είμαι ξυπνητός κι ονειρεύομαι. Και βλέπω την Αγάπη μου να ’ρχεται γελαστή κι αθόρυβη, με τα μεγάλα μάτια και το λευκό, το αχάραχτο μέτωπο που δεν το φίλησε και δεν το λέρωσεν η κάμπια της σκέψης… (σ. 23).

Πηγαίνω κι έρχομαι σαν τρελλός μέσα στο ατελιέ μου. Οι γραμμές πάλιν οι εξωτικές και τα χρυσάνθεμα και οι σταγόνες των αιμάτων πετιούνται κι οργιάζουν κάτω από το χέρι μου. Αδύνατον να εργασθώ. Τίποτε λογικό δεν μπορώ να συναρμόσω και να δημιουργήσω… (σ. 30).

Ω να μην αγαπούσα τίποτε, να μη μισούσα τίποτε και να πήγαινα μακρυά από τους ανθρώπους και κοντά στα θεριά – πέρα στην έρημο… (σ. 37).

Πάνω από την αγάπη κι από τη χαρά της ζωής κι από την επιστήμη κι από τη δόξα και πάνω από τ’ άστρα, νοιώθω είνε εκείνο που ζητώ… (σ. 67).

Είμαι ήσυχος. Είμαι ήσυχος γιατ’ είμαι απελπισμένος… (σ. 92).

Το μοτίβο του θανάτου απαντά ήδη στην 1η ενότητα και, βέβαια, συναντάται ακόμη συχνότερα στις επόμενες και ιδιαίτερα στην τελευταία…

…Είσαι ώμορφη. Ώμορφη σαν την αμαρτία κι ωσάν τον Θάνατο ώμορφη… (σ. 20).

…Ω Εκλεχτή μου! Αν αποθάνω, θ’ αποθάνω μια νύχτα, τα μεσάνυχτα, μέσα στην αγκαλιά Σου από την αγάπη κι από τον φόβο! (σ. 24).

…στον τάφο. Εκεί η γαλήνη είνε αιώνια. Ο ψίθυρος των φιλιών δεν ταράσσει τα κόκκαλά μας εκεί κάτω. Τα πάθη δεν φθάνουν κάτω στο χώμα… (σ. 39).

…Θέλεις να μάθεις γιατί είμαι ωχρός, αγάπη μου; Είμαι νεκρός. Τώρα γυρίζω από τους τάφους. Και ήλθα να σε φιλήσω και να Σε κυριαρχήσω όλη. Έλα, δώσε μου την ψυχή Σου και δώσε μου τα χείλη Σου να τα φαρμακώσω απόψε. Θα σου πω τα μυστήρια των τάφων… (σ. 40).

…απάνω στα χείλη σου κι απάνω στις ανατριχίλες των σαρκών Σου νοιώθω απομέσα Σου ν’ αναβαίνει μέσα μου και να κλαίει ο απέραντος πόθος του Θανάτου… (σ. 42).

…Ω γύρισε, Γαλάτεια, στην μαρμαρωμένην ωμορφιά του θανάτου πριν το κύμα Σε σκεπάσει όλη, πριν οι ρυτίδες βεβηλώσουν το μέτωπό Σου το αχάραχτο… (σ. 44).

…Κανένα φιλί να μην Σου πάρει ο Χάρος. Όλα να Σου τα πάρω εγώ. Θέλω να σπεύσω γιατί νοιώθω πως πεθαίνομεν… (σ. 49).

…Και θέλω να σε σφίξω νύχτες ολόκληρες μέσα στην αγκαλιά μου και τα ξημερώματα να βγεις αγνώριστη κι απελπισμένη με μιαν αγιάτρευτη πληγή στο μέρος της καρδιάς και με τον απέραντο πόθο του θανάτου μέσα στα μεγάλα Σου, τα ώμορφα μάτια… (σ. 53).

…Και ευτυχής έκλεισα τα μάτια. Κι εσυλλογίστηκα τη Μεγάλη Νύχτα του Θανάτου. (σ. 68).

Ρόδα, ρόδα, ρόδα να στολίσω την ψυχή μου πριν ν’ αποθάνει. Και να ’ναι νύχτα ασέληνη και να ’μαστε οι δυο μας και να περνά αποπάνω μας βαρύς κι αμίλητος ο πόθος. Και να ’ναι σαν πυρκαϊά η στερνή αναλαμπή των ερώτων μας και να κοκκινίσουν τα μεσάνυχτα από την ντροπή και τα χείλη μας ν’ ακινητήσουν σ’ ένα φιλί απέραντο, βουβό κι ασάλευτο… (σ. 74).

…Θ’ αποθάνω ακίνητος, σιωπηλός, χωρίς σπασμό και χωρίς παρακάλια. Και θ’ αποθάνω ευτυχής γιατί θα Σε σύρω μαζί μου – θα Σε σύρω μαζί μου στον τάφο, ω Δύστυχη και ω Αγαπημένη. (σ. 78).

Στις σημειώσεις του ημερολογίου, που γράφτηκαν την τελευταία μέρα (2 του Μάρτη), ανήκουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα, στα οποία καταγράφονται με ζωντάνια και με κάθε λεπτομέρεια όλες οι ενέργειες, οι σκέψεις και τα συναισθήματα του μεγάλου καλλιτέχνη, λίγες ώρες πριν από το τραγικό τέλος και του ίδιου και της Αγαπημένης του…

…Είμαι ήσυχος, εντελώς ήσυχος. Και η φωνή ακούστηκε στην ψυχή μου και υπήκουσα. Κι έτρεξα γρήγορα – ένα χέρι μ’ έσπρωξε. – Ένοιωσα· ήταν το ίδιο χέρι που μ’ έσπρωξεν όταν πρώτη φορά την είδα. Κι έτρεξα κάτω στον κήπο κι έκοψα όσα λουλούδια βρήκα. Το κρεββάτι εχώθηκε μέσα στους κρίνους και στα ρόδα. Κάτω το πάτωμα εγέμισε. Είπα και μ’ έφεραν κι άλλα λουλούδια. Μια μυρωδιά σκορπάται βαρειά και πλακώνει τα στήθη – σαν θάνατος αρωματώδης. Κλειώ τα παράθυρα και τις πόρτες.

Είμαι ήσυχος. Εντελώς ήσυχος. Μια χαρά παράξενη ανεβοκατεβαίνει στα στήθη μου. Σαν να ’ναι λυγμός. Κι όμως νοιώθω είνε χαρά – ίσως να ’ναι πολύ μεγάλη και ξεσκίζει τον λαιμό μου. Θα ’λθει, θα ’χω κλειστά τα παράθυρα, θα ξαφνιαστεί στη μυρωδιά, θα κλείσω απότομα την πόρτα και θα γονατίσω μπροστά της και θα ζητήσω τα χείλη της. Ω δεν είμαι τρελλός! Δεν είμαι τρελλός! Θα πλεχτώ γύρω της και θα της ζητήσω το αιώνιο φιλί… Ω δύστυχη!… νοιώθω δεν θα μπορούσα ν’ αντισταθώ στον πόνο Σου, αν η γλύκα του Θανάτου δεν χυνότανε κυρίαρχη μέσα στην ψυχή μου. Ω το μεγάλο ταξίδι! Νοιώθω μια τρελλή χαρά να ορμά μέσα μου και να κλαίει. Έχω κλείσει τα παράθυρα όλα και τις πόρτες. Αν δεν μπορεί να μας φέρει στην αιώνια γαλήνη η μυρωδιά των λουλουδιών – έχω μαζί μου, στερνή ελπίδα, πολύτιμο δηλητήριο που φέρνει την αιώνια χαρά, τη Μεγάλη Χαρά, χωρίς πόνο…

Κάθομαι και συλλογούμαι στον μαδημένο κήπο. Η νύχτα αρχίζει να χύνεται απάνω στα δένδρα. Στον ουρανό τ’ άστρα βάνουν αρχή ν’ ανοίγουν. Η χαρά πλειά πένθιμη τώρα εσταμάτησε στον λαιμό μου. Η θάλασσα από μακρυά τραγουδεί την ηδονή του θανάτου. Μυστηριώδης φλογέρα σέρνει στον ουρανό τα άστρα. Πάνω σ’ όλες τις κορφές απλώνεται η ηρεμία και τα φύλλα των δένδρων μιλούν αγάλι αγάλι… (σσ. 93 – 96).

Και ο σπαρακτικός αυτός μονόλογος του καλλιτέχνη κλείνει με τα ακόλουθα λόγια: Ω Δύστυχη! Δύστυχη! Μ’ έρχεται να φύγω και να κρυφτώ στα βάθη των δασών και να ξαπλωθώ χάμαι στη γη και ν’ αφίσω τα δάκρυά μου να τρέξουνε για Σένα, που Σου ήταν γραφτό να με γνωρίσεις! (σ. 96).

Κατακλείδα του μυθιστορήματος αποτελεί η αφήγηση κάποιου φίλου του ζωγράφου:

Εδώ ετελείωνε το ημερολόγιο της καρδιάς του δυστυχή φίλου μου – του μεγάλου καλλιτέχνη – γραμμένο άνω κάτω σε σκόρπια φύλλα με νευρικά κι ακανόνιστα γράμματα.

Ο υπηρέτης ήλθεν ένα πρωί τρομαγμένος και μου φώναξε να τρέξω στην έπαυλη του φίλου μου. Υπόπτευσα δυστύχημα γιατί εγνώριζα τον φίλο μου και την αγάπη του. Εσπάσαμε την πόρτα του δωματίου και μια πνιχτική μυρωδιά λουλουδιών μας περίχυσε. Άνοιξα γρήγορα τα παράθυρα και τις πόρτες.

Φοβερό θέαμα! Εκείνη είχε συρθεί ίσαμε το παράθυρο, για να τ’ ανοίξει φαίνεται. Τα λουλούδια στα πόδια της, κάτω από το παράθυρο ήσαν πατημένα, ζουλισμένα, τα δάχτυλά της ήσαν αιματωμένα – όλα έδειχναν πως επάλεψεν απελπισμένα η δύστυχη ν’ ανοίξει το παράθυρο και ν’ αναπνεύσει – μα εκείνος δεν την αφήκε.

Κι είχε πέσει χλωμή κι εξαντλημένη με τα μάτια μεγαλωμένα από τον τρόμον. Ένας σπασμός φρίκης και φόβου – και μίσους – παραμόρφωνε το ώμορφο, το αγνό της πρόσωπο. Και το λυγερό της σώμα είχε ξαπλωθεί απελπισμένο και νεκρό απάνω στα λουλούδια. Εκείνος μ’ ένα ήρεμο χαμόγελο είχε ξαπλωθεί χάμαι στο πλάι της κι είχε ρίξει τα χέρια του μ’ ένα κίνημα ανέκφραστο αγάπης γύρω στον λαιμό της.

Αποπάνω των ήτο κρεμασμένη μια αλλόκοτη εικόνα που έδειχνε τον θλιβερό δρόμο που ’χε πάρει τελευταία η σκέψη του δυστυχή και μεγάλου καλλιτέχνη.

Μια μεγάλη έρημος κι ο ήλιος εβασίλευεν ολοκόκκινος κι αιμάτωνε τον ουρανό. Κι ένας όφις πελώριος ξετυλισσόταν κι έτρεχεν απάνω στην άμμο. Και στο στόμα του που έτρεχεν φαρμάκι κρατούσε κι εχάιδευε κι εδάγκωνε ένα μικρό, κάτασπρο και μαραμένο κρίνο. (σσ. 96 – 97).

«Ο τρόπος της αυτοκτονίας, από τις αναθυμιάσεις των λουλουδιών, είναι μοναδικά πρωτότυπος σε όλη την αφηγηματική λογοτεχνία, όπως και η αυτοκτονία του μελισσοκόμου από τα τσιμπήματα των μελισσών στην ομώνυμη ταινία του Αγγελόπουλου, για τα κινηματογραφικά έργα» παρατηρεί ο Μπάμπης Δερμιτζάκης, φιλόλογος και μεταφραστής, στο άρθρο του «Νίκος Καζαντζάκης, Όφις και Κρίνος», «Κρητικά Επίκαιρα», Φεβρουάριος 1993. Στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό άρθρο του, ο Δερμιτζάκης επισημαίνει επίσης ότι «η ποίηση είναι η μεγαλύτερη αρετή του έργου…» και ότι «το έργο έχει ένα χαρακτήρα ιδιαίτερα σύγχρονο. Ο ακραίος ψυχολογισμός της διαγραφής του ήρωα και ο εσωτερικός του μονόλογος, που δεν είναι σχεδόν καθόλου αφηγηματικός, αλλά συνειρμικός και λυρικός, πράγμα που κάνει τα ημερολόγιά του να μπορούν να διαβαστούν με οποιαδήποτε σειρά, δίκαια τοποθετεί το έργο στους προδρόμους του μοντερνισμού».

Οι κριτικές για το μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο, το πρώτο αυτό έργο του Νίκου Καζαντζάκη, ήταν ως επί το πλείστον αρνητικές. Συγκεκριμένα, στην «Εστία» της 13ης Ιανουαρίου 1906, ο Αντώνιος Χρυσάνθης αφενός μεν αναγνωρίζει το συγγραφικό ταλέντο του Καζαντζάκη, αφετέρου όμως χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα ως μονότονο, με πολλές επαναλήψεις, και επισημαίνει την επικινδυνότητά του για τη νεολαία. Στο «Εμπρός» της 18ης Ιανουαρίου 1906, ο Ιωάννης Κονδυλάκης παρατηρεί πως το βιβλίο θα ήταν εντελώς βαρετό, «χωρίς την πνοή της ποίησης, που ζωηρεύει ορισμένες σελίδες».

Αξιοσημείωτη είναι η βιβλιοκρισία του «Διαγόρα» (Κωστή Παλαμά), η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Παναθήναια» (έτος ς΄, τόμος 11, 15 Φεβρουαρίου 1906): «[…] Εἶναι μαζὶ ἱστορία καὶ ποίημα. Ἡ ἱστορία ἐκτυλίσσεται ὡς ἕνας μονότροπος μονόλογος μέσα εἰς τὰς σελίδας τοῦ ἡμερολογίου τοῦ καλλιτέχνου. Τὸ ποίημα εἶναι χυμένον πανταχοῦ. Ποίημα νεανικὸν καὶ νοσηρὸν καὶ ὡραῖον καὶ θανάσιμον, συμπλέκον ἀστόχαστα ὁμοῦ καὶ βαθύγνωμα τὰς ἐκτάσεις τοῦ μυστικισμοῦ μὲ τοῦ πριαπισμοῦ τὴν λύσσαν, […] εἰκὼν ἑνὸς Σατύρου καὶ μιᾶς ψυχῆς εἰς σύμπλεγμ’ ἀδιάρρηκτον, ἐφιάλτης καὶ παραλήρημα, πάθος καὶ κελάδημα· ἔργον […] ἐνθυμίζον ὅλην τὴν ἠθικὴν ἀντινομίαν τοῦ ἀθλίου ἀνθρώπου, φυλακή, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἀλληλοσπαράσσονται ἀδιάκοπα ἡ Σὰρξ καὶ τὸ Πνεῦμα. […] Ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ ἐλπίζω ὅτι ὁ ὄφις αὐτὸς ὁ δολερὸς καὶ τὸ κρίνον αὐτὸ […] δὲν εἶναι παρὰ αἱ πρῶται ἐκδηλώσεις τῆς εὐαισθησίας νεαροῦ λογοτέχνου, ὅστις μὲ τὸν καιρὸν θὰ δημιουργήσῃ ἔργα ὡραῖα καὶ ὑγιῆ, ὁμοῦ συγκινοῦντα καὶ εὐεργετοῦντα, ἀνυψώνοντα καὶ καθαρίζοντα τὴν ψυχήν, ὡς εἶναι τὰ γεννήματα τῆς ἀρτίας καὶ ἰδεώδους Τέχνης».

Κι αυτή η ελπίδα του Κωστή Παλαμά πραγματώθηκε! Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο τότε νεαρὸς λογοτέχνης, κατάφερε πράγματι να δημιουργήσῃ ἔργα ὁμοῦ συγκινοῦντα καὶ εὐεργετοῦντα, ἀνυψώνοντα καὶ καθαρίζοντα τὴν ψυχήν, ὡς εἶναι τὰ γεννήματα τῆς ἀρτίας καὶ ἰδεώδους Τέχνης, και τελικά να αναγνωρισθεί παγκοσμίως ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες Λογοτέχνες…

 

(Απόσπασμα από την θεατρική παράσταση Όφις και Κρίνο, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη. Το έργο, σε σκηνοθεσία του Μάνου Χασάπη, ανέβηκε στο θέατρο «Σημείο», από την ομάδα «Gestus», τον Μάιο του 2010).

 

 

Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*

* Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια

Palmografos.com 

 

 

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *