Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας και η σχέση του με το Ηράκλειο

Ο λογοτέχνης Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας.

Αυτό που ξέρουν όμως καλά μερικοί τυχεροί παλιότεροι Ηρακλειώτες ήταν η σχέση του Νίκου Καββαδία με την πόλη. Κι αυτό που λιγότεροι ίσως πια θυμούνται είναι πως το σημερινό καφέ της Βάρδιας στο λιμάνι του χρωστάει το όνομά του. Την κρίσιμη χρονιά του 1974, όταν ο Καββαδίας με το “Aquarius” ακολουθούσε το σταθερό εβδομαδιαίο δρομολόγιο Πειραιάς- Ηράκλειο – Κων/λη έμενε πολλές ώρες (3μ.μ. – 8 μ.μ.) στο Ηράκλειο, έναν από τους τουριστικούς προορισμούς του κρουαζιερόπλοιου.

Κάθε Σάββατο μάλιστα ο Καββαδίας κανονίζει να κάνει τη βόλτα του στην πόλη. Σύχναζε στο ταβερνείο των ναυτικών, το “Τρίφατσο”, στην παραλιακή και γρήγορα εκτίμησε την κυρία Μαρία και τους μεζέδες της. Άλλοτε προτιμούσε το καφενεδάκι μπροστά στο Λιμεναρχείο. Καιρό μετά η “Βάρδια” βρέθηκε να του χρωστά το όνομά της, ως ελάχιστο φόρο τιμής στο πέρασμά του από εκεί.

Στη θέση που άραζε το AQUARIUS το κρουαζιερόλποιο του Καββαδία, δημιουργήθηκε το ουζερί ΒΑΡΔΙΑ, στη μνημη του

Η περίφημη Γοργόνα στο μπράτσο του.

Σχέδιο του Μαραμπού, από τον Δημήτρη Ξηριτάκη-στο ουζερί ΒΑΡΔΙΑ


Ο αρχιτέκτονας Βασίλης Ζεβελάκης (ξεναγός κατά μία έννοια και ακούραστος συμπαραστάτης του ποιητή στις βόλτες του στο Ηράκλειο) έγραφε το 2010 για την συνάντηση του Νίκου Καββαδία με τον Στυλιανό Αλεξίου:

Η άνοιξη εκείνη του 1974 τέλειωνε, χωρίς καμιάν αλλαγή περνούσε στο καλοκαίρι. Ο Μαραμπού έφτασε στις 3 μ.μ. (Ιούνιος;) χωρίς καθυστέρηση, έδεσε το “AQUARIUS” στη θέση του μπροστά στο Λιμεναρχείο. Δεν υπήρχαν πολλοί να τον υποδεχθούν αυτή τη φορά, είχα επικοινωνήσει πριν μιαν ώρα με το μουσείο και τον Διευθυντή του Στέλιο Αλεξίου, που είχε με μεγάλη χαρά ανταποκριθεί στην πρόταση μου να δεχθεί τον Μαραμπού. Και μετά από την συνήθη επίσκεψη στο καπηλιό της Μαρίας, στην αρχή της οδού 25ης Αυγούστου, λίγη ρακή και μισή μαρίδα, στην είσοδο με τα πολύ ψηλά κάγκελα του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου. Ήταν ανοικτά, και περάσαμε χωρίς κανέναν έλεγχο την μεγάλη μαρμάρινη πλακόστρωση του υποστέγου και τον κήπο, πριν κτυπήσουμε το κουδούνι, της κατοικίας του Εφόρου στην πόρτα του ανωγείου. Ο εκάστοτε Δ/ντης έμενε μέσα στον καλά φυλασσόμενο χώρο του Μουσείου, ήταν παράδοση μιας παλιάς εποχής, που ελάχιστοι υπάλληλοι είχαν σχέση με τις αρχαιότητες και ο τουρισμός περιοριζόταν σε λίγους «περιηγητές» διανοούμενους, συγγραφείς ή ενδιαφερόμενους μεγάλων εισοδημάτων. Η σχεδίαση προπολεμικά από τον εξαιρετικά ταλαντούχο αρχιτέκτονα Π. Καραντινό, είχε δημιουργήσει μια καθόλου άσχημη (αν και περιορισμένου χώρου) κατοικία, που στηριζόταν σε κολώνες, σαν «πιλοτή» – θα λέγαμε σήμερα- έναν ανεξάρτητο, ήσυχο ανώγειο χώρο.


Στέλιος Αλεξίου , την εποχή της επίσκεψης-από την
«ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ» Αλεξίου -Λορεντζάτου,2010
_________________________________

Μας υποδέχθηκε ο Στέλιος Αλεξίου, με υποδειγματική ευγένεια και συγκρατημένη χαρούμενη διάθεση. Δεν ήταν κανένας άλλος εκεί – η σύζυγος Μάρθα Αποσκίτη έλειπε. Οι δυο άνδρες γρήγορα βρήκαν τρόπο επικοινωνίας, είχαν 10 χρόνια διαφορά που δεν έβλεπα να τους χωρίζουν, σε λίγο μιλούσαν χαμηλόφωνα σαν παμπάλαιοι φίλοι. Η πρώτη προσέγγιση έγινε μόλις αντάλλαξαν την χειραψία γνωριμίας, αμέσως ο Καββαδίας απάγγειλε δυο τετράστιχα του Λευτέρη Αλεξίου, πατέρα του αρχαιολόγου. Ίσως να είχε προετοιμασθεί, είπα προχθές στον εκλεκτό φιλόλογο και αρχαιολόγο, μα δεν συμφώνησε. Κι εγώ του απάγγειλα στίχους του, τους θυμόμουν από το 1933, όταν δεν ήμουν ούτε 12 χρόνων – μόλις είχα διαβάσει το βιβλίο του, που είχε φέρει στην Κρήτη ο Βάσος Δασκαλάκης και με είχε εντυπωσιάσει. Ήταν από το ποίημα «ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ», «Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω…»

Στη θέση που έδενε το «AQUARIOUS»ο Δήμος Ηρακλείου δημιούργησε τη «ΒΑΡΔΙΑ»(καφέ-ουζερί)
____________________________________

Όσο συζητούσαν πρόσεχα περισσότερο το χώρο – επαγγελματική διαστροφή- ήταν σχεδόν ενιαίος , μάλλον χωρίς περιττά εμπόδια, η επίπλωση στοιχειώδης και τα βιβλία κάλυπταν κάθε επιφάνεια στους τοίχους που προσφερόταν για ράφια.

Μ άρεσε αυτό, όσο κι αν δεν ταιριάζει με την τυποποιημένη ζωή των σύγχρονων ανθρώπων, που έχουν ανάγκη ανέσεων και «κομφόρ» και δεν ενθουσιάζονται με χαρτιά και έντυπα και βιβλία. Μα η ώρα περνούσε παρακολουθώντας όσο μπορούσα τις κουβέντες των διακεκριμένων συνομιλητών – ένοιωθα να απομακρύνονται σε δρόμους που ενώ δεν μου ήταν τελείως άγνωστοι, δεν καταλάβαινα καλά.

Χωρίς να με απομονώνουν οι ίδιοι, οι υποδειγματικής συμπεριφοράς “φίλοι” μου, ήμουν παρείσακτος από τις συνθήκες (το πλαίσιο) που δημιουργούσε η επαφή πνευματικών ανθρώπων που ξεπερνούσαν πολύ το κοινό μέτρο. Η ανάγκη και των δυο, που ήταν απομονωμένοι (ο ένας στην βαθιά επαρχία, ο άλλος στο πολυτελές κρουαζιερόπλοιο) για ανταλλαγή απόψεων και κουβέντα σε υψηλό επίπεδο, ήταν παραπάνω από φανερή, συλλογιζόμουν τότε όταν παρατηρούσα τις δυο φιγούρες, τις τελείως ανόμοιες, αταίριαστες ,που έδειχναν συγκεντρωμένες και απόλυτα αποκομμένες από τον κόσμο τούτο.

Ο Μαραμπού την εποχή των ταξιδιών στην Κρήτη

 

Ο Μαραμπού ήξερε τον Λευτέρη Αλεξίου μα και όλους τους διάσημους συγγενείς του Στέλιου και βέβαια σχεδόν όλον τον καλλιτεχνικό κόσμο που είχε γνωρίσει στο Ηράκλειο ο Έφορος (τότε) αρχαιοτήτων Κρήτης.

Πηγή:Alkman

.

 

.ekriti.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *