Γιάννης Μιγάδης :«Πρέπει να επιστρέψουμε στον άνθρωπο»

Ο κορυφαίος ζωγράφος, Γιάννης Μιγάδης, “έφυγε” στις 22 Ιανουαρίου 2017, σε ηλικία 91 ετών. Ο γεννημένος στο Ηράκλειο ζωγράφος είχε κατακτήσει με το έργο του την κορυφή στη  σύγχρονη ελληνική ζωγραφική.

 

Ο ζωγράφος μίλησε στην «Κ»  στις 12/10/2008  και  έγινε με αφορμή την αναδρομική του,  που έχει τίτλο «Το Χρώμα της Μνήμης» για την πορεία του και τους προβληματισμούς του.


Ο φωτισμός είναι χαμηλός, σαν μια παλιομοδίτικη λάμπα. Οι φιγούρες στους πίνακες του Γιάννη Μιγάδη αχνοφέγγουν σαν ανάμνηση. Δεσποινίδες, κύριοι, οικογενειακές πόζες, αντικείμενα, εσωτερικά σπιτιών, τοπία σε μια ατμόσφαιρα υποβλητική. Ολα τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε ο ζωγράφος, που τον συγκίνησαν και τον ενέπνευσαν είναι εκεί, στην αίθουσα του Μουσείου Μπενάκη στο Κολωνάκι. Με αφορμή την αναδρομική του, που έχει τίτλο «Το Χρώμα της Μνήμης» ο ζωγράφος μίλησε στην «Κ» για την πορεία του και τους προβληματισμούς του.

Πώς σας φαίνεται που βλέπετε ξανά τη ζωγραφική σας σταδιοδρομία στο αφιέρωμα του Μουσείου Μπενάκη;

– Με συγκινεί που ξαναβλέπω τα παλιά μου έργα σε μια έκθεση. Σκέφτομαι ότι πέρασαν τόσες δεκαετίες, ζωγραφίζοντας και λέω «κοίτα πώς πήγε η ζωή μου». Μαζί με τη συγκίνηση, αισθάνομαι και λύπη που κάποιοι πίνακές μου δεν είναι ακόμα στην κατοχή μου. Ιδιαίτερα ένα που έχει τίτλο «Επισκέπτες της Νύχτας» με φιγούρες που μοιάζουν να έρχονται από άλλον κόσμο. Αυτά που σχεδίαζα, αυτά που ζωγράφιζα, τα αγαπούσα. Ζούσα μαζί τους. Αυτό που έχω χαρεί περισσότερο για την έκθεση του Μπενάκη είναι πως έχω ακούσει πολύ καλά λόγια από συναδέλφους μου. Οπωσδήποτε μετράει να σου κάνουν κομπλιμέντα απλοί άνθρωποι, όταν όμως σε επαινεί ένας ζωγράφος, για εμένα μετράει αλλιώς. Εκείνος ξέρει, είναι μέσα στο μυστικό της παραγωγής, της δημιουργίας, όπως και εγώ.

Τι θυμόσαστε από την Κρήτη, όπου γεννηθήκατε και περάσατε τα παιδικά σας χρόνια;

– Η Κρήτη μ’ έχει σφραγίσει. Εχω πάει σε πολλά μέρη ως ταξιδιώτης. Σε κάποια όπως η Αθήνα και το Παρίσι, έχω ζήσει. Κανένα όμως δεν έχει εγγραφεί μέσα μου όπως η γενέτειρά μου. Εκεί είναι οι ρίζες μου, τα καλύτερα μου χρόνια. Παρότι ως παιδί έζησα τον Πόλεμο, υπήρχε η ελπίδα. Κρατιόσουν από το μέλλον. Στην Αθήνα ήρθα 19 χρονών μετά τα Δεκεμβριανά. Ηταν μια αποκαλυπτική εμπειρία για μένα, λες και είχα ξαναζήσει εδώ. Μου άρεσε πολύ κι η Σχολή, τα μαθήματα, οι παρέες, οι συζητήσεις. Τότε είδα και για πρώτη φορά την Υδρα και τη Μύκονο μαζί με τους φίλους. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως πολλά από τα μεγάλα ταλέντα της Σχολής, δεν έγιναν ποτέ ζωγράφοι. Εμείς που δεν είχαμε τόση ευχέρεια και το παλεύαμε, μείναμε στον χώρο.

Είχατε την τύχη, να έχετε δάσκαλο τον Παρθένη. Τι θυμόσαστε από εκείνη την περίοδο;

– Από εκείνον μάθαμε το αλφαβήτα, το ντορεμί, τα χρώματα, το σχέδιο. Δεν μας έλεγε πολλά αλλά τα καταλαβαίναμε όλα. Ηταν σπουδαίος δάσκαλος. Υστερα είχα δάσκαλο και τον Αργυρό αλλά δεν τον γνώρισα καλά. Παρακολουθούσα λίγο και όταν έβλεπε το καβαλέτο μου ρωτούσε «Πού είναι αυτός ο αλεξιπτωτιστής;».

– Ο φίλος σας ο Τσαρούχης;

– Τον γνώρισα εκείνη την περίοδο. Εντυπωσιάστηκα από την προσωπικότητά του αλλά και από τη δουλειά του. Εκείνα τα χρώματα που έβαζε στους πίνακές του, δεν τα είχα ξαναδεί πουθενά. Κάναμε μεγάλες συζητήσεις και μάθαινα τόσα πράγματα. Ηταν ένας άνθρωπος, σοφός, με χιούμορ και ένα αστραφτερό μυαλό που δεν βρίσκεις εύκολα. Ηξερε να κοροϊδεύει τον εαυτό του. Και τους άλλους βέβαια. Για ένα χρονικό διάστημα έμενα δίπλα του στο Σύνταγμα. Τότε ήταν της μόδας το Ατενέ Παλάς. Εμείς όμως ζούσαμε φτωχικά. Ηταν ένα σπίτι που έμενε και μια κυρία Κατίνα, η οποία μαγείρευε και οι μυρωδιές των φαγητών πήγαιναν παντού. Ετσι εγώ το είχα βαφτίσει «Κατινέ Παλάς». Η αλήθεια είναι πως τότε όλοι οι ζωγράφοι της Σχολής ήταν εκλεκτοί: ο Μόραλης, ο Μανουσάκης, η Καραγάτση. Ηταν γνήσιοι καλλιτέχνες και αυθεντικοί χαρακτήρες. Ηταν ωραία χρόνια. Καλλιτεχνικά και μποέμικα. Ξαφνικά κάτι έγινε. Αλλαξαν τα πάντα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων, η κοινωνία, η οικονομία, η πολιτική. Κάποιες τάξεις «απελευθερώθηκαν». Τίποτα δεν είναι πια ίδιο. Εχω αποστασιοποιηθεί. Ακόμα και στο θέατρο -που τόσο αγαπούσα- δεν πολυπηγαίνω.

– Πώς έγινε η επαφή σας με το θέατρο;

– Η γνωριμία μου με το θέατρο έγινε νωρίς. Είχα την τύχη να με ανακαλύψει ο Κουν. Ηταν ένας άνθρωπος που είχε παθιασμένη σχέση με τη δουλειά του. Ηταν μανιακός, αφοσιωμένος. Κοιμόταν και ξημερωνόταν με το θέατρο. Ηταν η αναπνοή του. Αυτήν την πίστη ήθελε να την περάσει και στους μαθητές του. Οσοι δεν μπορούσαν να την ενστερνιστούν, έφευγαν από κοντά του. Με εμένα πικράθηκε διότι έκανα σκηνικά για τον Τριβιζά. Παρότι δεν ήμουν στον θίασό του δεν μου το συγχώρεσε.

– Τι ήταν αυτό που έκανε τη δεκαετία του 1960 τόσο διαφορετική στην Ελλάδα;

– Το όραμα. Νιώθαμε ότι είχαμε την ορμή να κάνουμε πράγματα. Ομως ξέρετε η εποχή φτιάχνει τους ανθρώπους. Αν ήμουν σήμερα 35 χρονών, θα ήμουν εντελώς διαφορετικός. Τότε όμως, στην εποχή της νιότης μας, είχαμε σημαντικούς ανθρώπους δίπλα μας, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη. Και τώρα υπάρχει ποιότητα και ταλέντο στους ανθρώπους αλλά ψάχνονται. Δεν έχουν βρει τον δρόμο τους. Αλλωστε έχουν γαλουχηθεί σε μια εποχή αδιαφορίας και απληστίας. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε σούπερ μάρκετ και φαστφουντάδικα.

Εσείς επηρεαστήκατε από την εποχή σας;

– Εγώ δεν ψαχνόμουν ιδιαίτερα. Πιστεύω ότι σε όλα μου τα έργα είμαι εγώ. Γι’ αυτό και δεν έχω αντιγράψει ή μιμηθεί κάτι. Είμαι ήρεμος. Ξέρω ότι η δουλειά μου σε κάποιους αρέσει και σε κάποιους όχι. Πολλές φορές λέω στον εαυτό μου ότι δεν είμαι αρκετά σύγχρονος. Και εκεί η φίλη μου η Γιούλια Γαζετοπούλου μου απαντά «Οταν είσαι αληθινός, έχεις διάρκεια». Θα σας πω ένα παράδειγμα. Εχω αγοράσει τα τελευταία χρόνια μερικά έργα νέων παιδιών και ορισμένα δεν τα θέλω πια. Αφού έζησα μαζί τους, μου φαίνονται ψεύτικα.

Πολλά από τα πορτρέτα σας αναδίδουν μια αίσθηση ότι οι πρωταγωνιστές τους θα ζήσουν αιώνια. Αυτός ήταν ο σκοπός σας;

– Το έναυσμα για τα πορτρέτα αυτά ήταν κάποιες παλαιές φωτογραφίες που βρήκα. Τις κοιτούσα και σκεφτόμουν, σχεδόν σοκαρισμένος, ότι όλοι αυτοί οι ευτυχείς, υγιείς, όμορφοι άνθρωποι, καλοντυμένοι δεν υπάρχουν πια. Αστοί, λαϊκοί, χωρικοί. Πάντα με απασχολούσε ο θάνατος, ακόμα και υπογείως. Οταν έκανα τις πρώτες μου εκθέσεις στην Ωρα του Μπαχαριάν, οι θεατές μου έφερναν φωτογραφίες, να τις ζωγραφίσω. Σήμερα ο κόσμος είναι πικραμένος απ’ όλα. Με το δίκιο του. Αμφισβητεί τα πάντα. Ισως λοιπόν να γυρίσουμε σε κάποιες παλιές αξίες. Να δούμε και την τέχνη με άλλο μάτι. Νομίζω ότι στο μέλλον μπορεί να δούμε μια επιστροφή στον άνθρωπο. Στην καλλιτεχνική δημιουργία και όχι μόνο.

Ηπιοι τόνοι χωρίς ζωηρές αντιθέσεις

Ο Γιάννης Μιγάδης γεννήθηκε το 1926 στην Κρήτη. Σε ηλικία 19 χρόνων σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητή τον Κ. Παρθένη. Πήρε το πτυχίο του το 1951 και μετά έφυγε για το Παρίσι.

Στην Πόλη του Φωτός σπούδασε στην Ecole des Arts Decoratifs σκηνογραφία και ενδυματολογία.

Την εικαστική του ματιά στην καλλιτεχνική του διαδρομή εστίασε σε θέματα απλά, ειλικρινή και οικεία. Δουλεύει συνήθως με συγκροτημένη χρωματική κλίμακα και ήπιες τονικές διαβαθμίσεις, χωρίς ζωηρές αντιθέσεις.

Στο έργο του υπάρχουν αναφορές στην καθημερινότητα και σε κλειστούς ιδιωτικούς χώρους. Εκτός από ζωγράφος εργάσθηκε στο θέατρο και στον ελληνικό και ξένο κινηματογράφο ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος.

Διαβάστε επίσης

Γιάννης Μιγάδης , ο Hρακλειώτης ζωγράφος των ανθρώπων και των τοπίων

 

kathimerini.gr





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *