Μια πορεία στην ποίηση της Έλλης Περράκη- «Απ’ την ψηλή κορφή της μοναξιάς/ ως τη βαθιά σπηλιά της μνήμης.»

«Απ’ την ψηλή κορφή της μοναξιάς/ ως τη βαθιά σπηλιά της μνήμης.»

Μια πορεία στην ποίηση της Έλλης Περράκη

[Το κείμενο αποτελεί εισήγηση της Βούλας Επιτροπάκη στην εκδήλωση του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας για τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας ποίησης στο Ηράκλειο, την 20-3-2013, στη Δημοτική αίθουσα “Ανδρόγεω”.]

 Μα οι σπηλιές μισούν τις μηχανές./

Μετρούν το χρόνο με την άμπωτη και την παλίρροια./

…Του καταργούν τα ισόχρονα διαστήματα/

…του δίνουν την αντίστροφη πορεία.

(Έλλη Περράκη, Έγχρωμη Διαφάνεια, σ. 21)/

Η Έλλη Περράκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία και εργάστηκε ως δασκάλα στην Ιδιωτική Εκπαίδευση. Στο βιογραφικό της όμως, σε ανθολογία σύγχρονων Κρητών ποιητών[i] αναφέρεται: «Γεννήσεις αλλεπάλληλες. Ηράκλειο Κρήτης. Γεράκι Πεδιάδας 1940-44: Φτερά στα μάτια, στα χέρια, στους αστραγάλους. Ηράκλειο 1944 και εξής: Η πραγματικότητα στα βρεγματικά του κρανίου. 1962: Εκ βαθέων! Μητέρα. 1981: Οι δυνατότητες του υπεριώδους και του υπέρυθρου. Απ’ όταν, έως ότου.» 

Ι.

Η πρώτη της συλλογή με τίτλο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόθηκε το 1975, στο τυπογραφείο των εκδόσεων Ι. Ζαχαρόπουλος, στην Αθήνα, με ένα σχέδιο μονοκονδυλιάς στο εξώφυλλο, του 12ετούς τότε γιού της Γιώργου Αρχοντάκη, γνωστού μουσικοσυνθέτη.

Από την πρώτη κιόλας ποιητική της πράξη, η Έλλη Περράκη προέβη σε δυο “δηλώσεις”: Η πρώτη, έμμεση, αφορά την (οργανωμένη) ποιητική μορφή και μας κατατίθεται με πέντε (5) συνθετικά συναρμοσμένες ποιητικές ενότητες, που απαρτίζουν το βιβλίο. Η δεύτερη δήλωση αφορά την ποιητική ουσία, την ουσία της γλώσσας, που βασίζεται στην προφορικότητα. Τη ρίζα, δηλαδή, του τραγουδιού, του λαϊκού, δημοτικού τραγουδιού και της ποίησης.

Η διπλή κατάθεση επιβεβαιώνεται από το εισαγωγικό μότο του βιβλίου, εισαγωγικό και όλης της ποίησής της, τη ρήση του Γιώργου Σεφέρη: «Η ποίηση είναι λογοτεχνία προφορική» (Γ. Σεφέρης, Εισαγωγή στον Θ. Σ. Έλιοτ), με την οποία επιτείνεται το περιεχόμενο της ποιητικής πράξης. Μαζί, η ποιητική μορφή και το στοιχείο της προφορικότητας της γλώσσας, μας δίνουν τον τρόπο, την ποιητική “φόρμα” της παρουσιαζόμενης ποιήτριας, καθώς και τη “δομή” της, την οποία τήρησε πιστά σε όλο της το έργο.

Οι ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή εισάγονται με τους τίτλους ΓΥΜΝΑΣΜΑ ΣΤΟ ΜΟΝΟΛΟΓΟ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ, ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΕΠΙΛΟΓΟ.

Με τα Γυμνάσματα και τις Σημειώσεις μας ξεναγεί στα σύνεργά της και στα ποιητικά της ζητούμενα, σε μια “πορεία” που περιγράφεται και οργανώνεται από την Επίγνωση της φθοράς, μα και από την πηγή της Ζωής και την ελπίδα.

Πρώτο ποίημα: Ο γυμνός ποιητής. Και σε παρένθεση, (Σχέδιο με κάρβουνο).

Πίσω απ’ τη λέξη, ανέγγιχτο, παρθένο/

– ο θρίαμβος στην καμάρα του φρυδιού του – /

στέκει αυτό που δεν ειπώθηκε./

[Αντάρτικη, λευκή πραγματικότητα/

χωρίς περίγραμμα εικόνα,/

ζυγιάζεται στις σκαλωσιές της αίσθησης,/

απλώνει φως ως τ’ ουρανού τον κύκλο,/

ρίχνει βουτιά στο πέλαγο. ]

(Ι. Ο γυμνός ποιητής)

Τα σύνεργά της:           … Ένα καράβι στο ζερβό του ώμο/

ένας σταυρός ωσάν σπαθί στα δόντια του/

και μια γοργόνα στραφτερή στην αγκαλιά του./

…Στο βλέμμα του βαρύ, ανίσκιωτο/

του  ανθρώπου το μεγάλο παραμύθι. 

Τι “παραμύθι” έχει όμως, να μας πει ο «γυμνός ποιητής»; Και για ποιο σκοπό να μας μιλήσει;

…να φυλάξω τη Γεωμετρία μου:/

Τον κύκλο της Αγάπης./

Το τρίγωνο της Πληγής./

Το τετράγωνο του Πρέπει./

Το παραλληλόγραμμο της Πλήξης./

Και με μακρύ διασκελισμό,/

να περάσω την έρημο…/

Να φτάσω στον τόπο του άτοπου./

…/ Να χαρίσω στον ανίδεο τ’ όνειρο/

και το πιστεύω στον άσκεφτο./

Και να κρατήσω για μένα την πικρή μοναξιά.

Η “πορεία” της ποιήτριας είναι «νυχτερινή»:

Έζεψε τ’ άλογό του το Παράλογο/

το τάισε,/ δυο χούφτες γέλιο, δυο καμτσικιές περφάνεια./

…χτύπησε πέταλο για του Αύριο τους τόπους/

άγριους, ισκιωμένους και περήφανους/

σαν του έφηβου την αγκαλιά την πρώτη./

Ζυγιάστηκε στου Αυγερινού τον κλώνο/

…κι έστησε αυτί και μάτι και καρδιά/

στο Χάος./

…Να του ιστορήσει το τραγούδι του αξεπέραστου. (ΙΙΙ)

Καθ’ οδόν, στην πορεία μας, παρακολουθούμε πώς οργανώνονται τα σημαίνοντα της ποιήτριας:

…Κι ο Μεγαλέξαντρος,/

καβάλα στο πιο ψηλό κατάρτι,/

με την παλάμη αντήλιο,/

ψάχνει για την ανόητη αδερφή./

…Εκείνος την ξέχασε τη γλώσσα του./

Κι οι λέξεις: Θεός/

Ψυχή – Αγάπη/

…Χάος – Πέρ’ από το χάος/

Γαλήνη – Αιώνια γαλήνη,/

μποτίλιες στη θάλασσα/

άδειες από μηνύματα./

…Μόνο η απλωμένη κατά το πέλαγο παλάμη/

υπάρχει/

…σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας. (ΙΙΙ)

Τις λέξεις, που έχασαν τις έννοιές τους, παραβλέπει βέβαια, ασυναίσθητα, κάθε σύγχρονος “μεγαλέξαντρος”, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, λέξεις όπως πορεία, καράβι, ταξίδι, θεός, ψυχή κ.λπ., στην ποίηση – και όχι μόνο – παίρνουν τη διαχρονική σημασία τους, που παραπέμπει στο αρχέγονο “ταξίδι” και την ίδια τη φύση των “θνητών” και είναι λέξεις σημασιοδοτημένες ήδη από τους προϊστορικούς πολιτισμούς των αρχαίων Αιγυπτίων, Μινωιτών και άλλων λαών.   

Άκου πώς ταξιδεύουνε τα πράγματα μέσα στις φλέβες μας/

με τον αργό και σίγουρο ρυθμό σημάτων/

…ο δρόμος που δεν είναι μόνο δρόμος/

– το χόρτο που δεν είναι μόνο χόρτο/

– κι η καλημέρα που το χαμόγελό της κρυσταλλώθηκε/

– σχέδιο της μνήμης – και δε λέει να διαλύσει./

…Και μια βαθιά ελπίδα ανεξήγητη/

φρέσκια σαν της αυγής το άστρο/

μα ωστόσο πιο παλιά/

κι από την πρώτη σου ανάσα/

Κι ένα κλαδί αγάπη στην παλάμη σου/

αντίδωρο της μοίρας στη φθορά σου. (V)

Με την αγάπη λοιπόν, που παράγει το λόγο, με το χαμόγελο της ελπίδας και τους λαϊκούς μύθους στη σκευή της, αλλά και τις μνήμες της παιδικής ηλικίας σαν «χούφτα γιασεμιά στον κόρφο», βαδίζει με δικές της αρχές, στις οποίες δίνει προσωπικό ρυθμό και τις τραγουδά ως «Εμβατήριο», κατά τίτλο ποιήματός της.

Με τέτοιες αρχές δημιουργεί, πλάθει τις δικές της ποιητικές «εικόνες».

Τα όνειρα…/

η υπαρξιακή σου πραγματικότητα[ii].

Το «όνειρο» είναι ένα ποιητικό σημαίνον, που για την Έλλη Περράκη, ταυτίζεται με το σημαινόμενό του. Το «όνειρο» για την ποιήτρια αποτελεί και ονοματίζει την ίδια την ποιητική λειτουργία.

Πλανιέσαι (-ται) σε τούτο το καινούργιο τοπίο./

…Τα μάτια σου (-της) κυριεύει αυτό το φως /

…Κάνει σινιάλο στις μνήμες/

…Το τίμημα είναι ο πόνος. (VIII)

Παρ’ όλα αυτά:                M’ ένα κομμάτι άχυρο στα δόντια/

μ’ ένα κλωνί αλήτικη ψυχή στ’ αυτί μου/

μισό τραγούδι μπερδεμένο στα ματόκλαδα/

κατηφορίζω./

… Ήλιε, μην τρέμεις και μην καίγεσαι/

εγώ είμαι δω μ’ ένα μεγάλο μυστικό στο μέτωπο:/

Ύστερα απόνα αύριο μεγάλο θα σβυστείς/

ύστερα απόνα αύριο μικρό θα λείψω./

… Όσο να ξοδευτεί η φωτιά σου στο τρεχιό/

όσο να λιώσει η καρδιά μου στο τραγούδι…  (IX)

 

Με έντονο, ομιλητικό δεκαπεντασύλλαβο, το ρυθμό και την ανάσα του τόπου, με το τραγούδι, με δύναμη, θέληση και ζωτική επιθυμία η ποιήτρια φτάνει στη ρίζα της ποιητικής γλώσσας: στην πηγή της, που δεν είναι άλλη από τον ερωτικό λόγο.

Δυο καταρτιές τρεις καταρτιές ουρανός/

βαθύ γαλάζιος./

…Στα μάτια του κλειδωμένο το μπορώ./

Στη διχάλα του σαγονιού του σφηνωμένο το θέλω./

Και τ’ άστρο δεν είναι πια πολύ ψηλά/

ούτε μισή καταρτιά./

Νάτο, φυλακισμένο στη φεγγαράδα του ματιού του./

Εκεί που γίνεται για σένα η έκσταση/

ζεστό σταρένιο ψωμί./

Εκεί που έχει την πηγή της η ζωή σου./

Το ΓΥΜΝΑΣΜΑ ΣΤΟ ΜΟΝΟΛΟΓΟ κλείνει μ’ ένα δικού της ύφους ποίημα, με τίτλο «Του γιού μου», ως άλλο νανούρισμα:

Ώρα καρδιά μεσημεριού…/

…Να κι ένα δάσος αγκαλιές/

 – κάθε αγκαλιά και μια καμπάνα γέλιο/

…Ένα κοντό παντελονάκι στην απλώστρα/

φωνάζει της κλωτσιάς να τ’ ανταμώσει…

Κρατάει ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ[iii], που είναι «σημειώσεις πορείας» (Δε θέλω χώμα στις πατούσες μας/ θ’ απλώσουν ρίζες, θα γίνομε φυτά).

Αποφασισμένη και με επίγνωση φυλάσσει τις μνήμες και συμπεραίνει στην επόμενη ενότητα: ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ.

Στην ενότητα αυτή γίνεται ο πρώτος απολογισμός:

Από παιδί δεν πίστευα στη Γεωγραφία./

Μα η καρδιά μου τώρα και καιρό/

μοιάζει ένας χάρτης. (ΙΙ) [iv]

Τι παίρνει ο άνεμος/

και πού το ταξιδεύει;/

/…/ Ποιος είπε πως οι αριθμοί δε σώνονται; V)

(Άκου)/

Στιγμή – στιγμή το κομπολόι της χαράς/

σταλιά – σταλιά του έρωτα το φως/

μετρούν τον κερδισμένο μας καιρό.  (VI)

…Το κέρδος μας:/

δυο χούφτες έκσταση τα μάτια/

και μια γροθιά αιωνιότητα η καρδιά μας. (VIΙΙ)

…βαθιά ριζωμένη σα γέρικη ελιά/

…με ήρεμη, γαλήνια φυλλωσιά /

η Αγάπη. II)

Μην παραλλάζεις το τραγούδι μας./

είναι απλό και καθαρό/

σαν τους γενναίους σκοπούς και σαν τα νανουρίσματα./

…Κι έχει εδώ και μια πληγή/

στο δαχτυλίδι του φιλιού./

Τη βλέπεις; (ΧΙΙΙ)

Ο απολογισμός ΣΠΟΥΔΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ. Απουσία όμως, που προϋποθέτει μια υπαρκτή, ενεργή παρουσία[v].

– Ακριβή διπλή πραγματικότητα. ( Ι.)

Όμορφο το κορμί που αγαπήθηκε!/

Απάνω του απλωμένες οι σιωπές, τα ρίγη./

Οι εικόνες της ψυχής μας που πορεύτηκε στο χάος (ΙΙ.)

Κι είναι ο μαγνήτης σου ζεστός και σίγουρος

σαν: «αύριο πάλι». (IV.)

 

ΙΙ.

Το επόμενο έργο, αποσταγμένο επί μια δεκαετία, εκδόθηκε ώριμο, το 1985, από τις εκδόσεις Πλέθρον, και φέρει τον τίτλο ΕΓΧΡΩΜΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ.

Η μακέτα του εξωφύλλου, καθώς και είκοσι πέντε (25) επί πλέον, χειροποίητα, εκτός εμπορίου συλλεκτικά αντίτυπα φιλοτεχνήθηκαν από το γνωστό εικαστικό Κώστα Τσόκλη.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο «Στο Γιώργη Αρχοντάκη/ που ξέρει το γλυκάνισο/ του αστερία το μονόγραμμα / και τη χρυσή πληγή του Ωρίωνα/ – καθημερνά/ απ’ τα γόνατα μέχρι τις ωμοπλάτες».

Το έργο είναι δομημένο με τρείς, συνθέσεις επίσης, που προλογίζονται με ένα ποιητικό πεζό, υπό τον τίτλο ΠΡΟΟΠΤΙΚΟ[vi]: ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΕΦΤΑ ΟΝΕΙΡΩΝ, ΜΟΝΟΠΡΑΧΤΟ, και ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ. Προτάσσεται: Τα ΕΦΤΑ ΟΝΕΙΡΑ βλέπονται/προκύπτουν σε τρεις ΒΡΑΔΙΕΣ.

Τα όνειρα λειτουργούν ως μετατόπιση των συνθηκών, των βιωμάτων της ημέρας, των δυσκολιών του Πραγματικού όπως τις επεξεργάζεται η Επιθυμία του υποκειμένου και εν προκειμένω, του ποιητικού υποκειμένου. Η ποιήτρια τους δίνει ένα ορισμό στο (τελευταίο[vii]) έργο της.

Πέφτω στον ύπνο σα σανίδα στο ποτάμι./

…Τα όνειρα είναι φτερωτοί επισκέπτες/

– τεράστια φτερά από μουσελίνα/

ζωγραφισμένες οι φαντασιώσεις μας./

Κινούνται στον υγρό αέρα/

σα να γλυστράνε πάνω σε γυαλί.

(ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ…, σ. 16)

Ήδη απ’ το πρώτο ΌΝΕΙΡΟ, μας γίνεται γνωστό ένα σκληρό μυστικό:

…Το πλοίο μας παίρνει./

… Ύστερα έρχεται ο μικρός μούτσος./

Ρουφά τη μύτη, φτύνει θάλασσα./

Σκύβει στ’ αυτί μας:/

«Το πλοίο δεν πάει πουθενά/

 –μην πεις κουβέντα–/

με νείρεψε ο Άη Νικόλας».

Τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΒΡΑΔΙΑ, η ποιήτρια αντιστέκεται στη φουρτούνα, γεμίζοντας το όπλο της με λέξεις. Μ’ αυτές, σ’ ένα Δεύτερο Όνειρο, ταξιδεύει με τα δέντρα, κόντρα στην πραγματικότητα της έσχατης γνώσης:

 «Ξέρεις πώς ταξιδεύουνε τα δέντρα;/

με τα κλαδιά τους υψωμένα,/

με τους ανθούς ερωτευμένους με τ’ αστέρια/

και να ριγούν οι ευωδιές σα δέρμα/

να τρίζει ο αέρας σα κρεβάτι…»

Με αφορμή τα υψωμένα κλαδιά των δέντρων μας παραθέτει έναν εξαίσιο ύμνο για τα ανθρώπινα χέρια, που απλωμένα,[viii] την ΤΡΙΤΗ ΒΡΑΔΙΑ, γίνονται κάλεσμα, αρχή μιας συνομιλίας με τον Άλλο.

Η κοινωνικότητα, στη συνέχεια, διευρύνεται και επιτείνεται,[ix] ενώ ο μεγάλος Άγνωστος είναι για την ποιήτρια –ας σημειωθεί– όχι ένα φαντασιακό κατασκεύασμα, μια περσόνα, αλλά πάντα ένας υπαρκτός, σωματικός, συνάνθρωπος του Λόγου.

Μέσα από τη συνομιλία, την «κουβέντα», κατά τον ποιητικό τρόπο της (…η άμμος ζεστή κι απλή σαν την κουβέντα μας), ο «χρόνος» βιώνεται κυκλικά, όπως στο λαϊκό λόγο, με φυσικότητα. Ώστε, το ίδιο συνταιριαστά με τη φύση,[x] στο ΤΡΙΤΟ ΟΝΕΙΡΟ,

…σπουδάζεται η απόφαση.

Στο ΜΟΝΟΠΡΑΧΤΟ, τη δεύτερη ποιητική σύνθεση της ΕΓΧΡΩΜΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ, γίνεται η ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΡΟΛΩΝ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. Η ποίηση αποκτά και τοποθετείται οριστικά μέσα στο ΣΚΗΝΙΚΟ της:  ένα σκηνικό διαχρονικό, παγκόσμιο, πανανθρώπινο, που αποτελεί, ανεξαιρέτως, το σκηνικό κάθε δημιουργίας:

Όποιος αγαπά/

φαγώνεται το βλέμμα του/

να πελεκά τον ορίζοντα. 

Τα ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ στο ΜΟΝΟΠΡΑΧΤΟ είναι κι αυτά πανανθρώπινα: Γυμνότης!

(Όταν σε ξεσπαργάνωσα τραβώντας τα τριανταδυό σεντόνια από το σώμα σου…)

Με μια ΣΗΜΕΙΩΣΗ εισερχόμαστε ΣΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ: Εδώ γίνεται πάντα, μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν Μεγάλο Άλλο. Η συνάντηση είναι πάντα ένα Άκουσμα. Η προφορικότητα άλλωστε, επιβάλει κατά τη φύση της, τον ομιλητή και τον ακροατή.[xi] Η συναισθηματική αλληλο-νοημοσύνη τους, μέσα από το ερωτικό φίλτρο, μπορεί να παράξει, να οδηγήσει σε ένα γόνιμο άκουσμα, σε μια πρόσληψη (με ρυθμό, μελωδία), μια μουσική, μια δημιουργία ή διαφορετικά, σ’ έναν άγονο ήχο, σε ό,τι στη ζωή και στην επιστήμη λέμε απλά, θόρυβο.

Με πολυβόλο ρίξε στην πληγή/

– μη σκιστεί δέρμα./

…Συναντηθήκαμε μες στον ξερό κρότο.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ/ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ,

Ατόφιος, ολομόναχος/,

…Απ’ τις παλάμες σου έσταζε/

αφή θανάτου.

Όμως, η Ενοχή, που, ας σημειωθεί, δεν πρόκειται ουδέποτε για τύψη, αλλά για «έγνοια», κατά συχνή, σημαίνουσα επανάληψη της ποιήτριας, η ενοχή λοιπόν, ανασυντίθεται μέσω της ποίησης, στην τελευταία ενότητα της συλλογής. Με τρία ΕΙΔΩΛΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, τα οποία ενώνονται μέσω του λόγου, αποδίδεται, καθρεφτίζεται και ανασυντίθεται δυναμικά η εικόνα της υπόστασης, που ανακτά πλέον και προφέρει το από παλιά γνωστό  Όνομά της:

…Ποιο δάσος έχασε τους ίσκιους του;/

Εγώ, είμαι εγώ./

Άκουσε τ’ όνομά μου:/

Το φώναζε ο πατέρας μας τα καλοκαίρια στο περβόλι./

Έλλη…/

Το φώναζε η φιλενάδα από το φράχτη./

Το φώναζε τ’ αγόρι το ψηλό/

…Έ! Έλα!/

Ούτε η ηχώ δε βοηθά τον άνθρωπο…/

Η ποιήτρια όμως, δεν έχει καιρό για χάσιμο: Προχωράει μπροστά μ’ έναν διαχρονικότατο χαιρετισμό:

Γεια σου και βιάζομαι/

έχω να κόψω πολύ δρόμο./

Απ’ την ψηλή κορφή της μοναξιάς/

ως τη βαθιά σπηλιά της μνήμης.

Έχει επίσης αισιοδοξία για το μέλλον, με την οποία και κλείνει το βιβλίο:

Ένα παιδί χτυπά την πόρτα./

Τραγουδά./

Γελά και τρέχει./

… Μ’ ένα δικό του μέτρο ο κόσμος./

Μ’ ένα δικό του μέτρο η αγάπη./

Όλα στο κέρδος.

 

ΙΙΙ.

Έξι χρόνια μετά, το 1991, κυκλοφόρησε η τρίτη της ποιητική συλλογή, από τις εκδόσεις Λαβύρινθος Ηρακλείου, με έργο του Τουλούζ Λωτρέκ στο εξώφυλλο, με την επιμέλεια του γνωστού επίσης εικαστικού, συντοπίτη μας, Δημήτρη Τζάνη και με τον τίτλο ΈΡΩΤΙ ΑΙΘΕΣΘΑΙ.

Πρόκειται για άλλη μια συνεκτική, ενιαία ποιητική ενότητα, ένα ΜΕΤΕΙΚΑΣΜΑ, όπως το λέει και ο εσώτιτλός του. Να καίγεσαι στον έρωτα! Μια οντολογική προσταχτική. Όπως ξέρομε, η Προστακτική είναι η πλέον αρχέγονη, φυσικού ήθους έγκλιση της Γλώσσας.[xii]

Στο έργο αυτό, ο (ποιητικός) ΧΡΟΝΟΣ ανατρέχει στις απαρχές του. Οριοθετείται και προσδιορίζεται οριστικά, μέσα στον φυσικό του, σωματικό ΤΟΠΟ. Ένα τοπίο που «περιπατείται» από την ποιήτρια. Οι ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΥΠΝΟ μας δίνουν απτά την πραγματικότητα:

 Το ποίημα είναι το μεροκάματο του αδικοσκοτωμένου – μας λέει.

… Η αυγή τραντάζοντας τη βασιλόφλεβά του τού μηνά κι άλλους σκοτωμούς/

κι αυτός με σουφρωμένα χείλια μουρμουρίζει ονόματα/

σα να παλικαρεύεται πως άλλο η συλλαβή κι άλλο η λέξη.

ΣΤΟ (ποιητικό) ΟΝΕΙΡΟ, της συλλογής, η γυναικεία φύση

Ψάχνει για άσπρα φίδια.

Τα φίδια βέβαια, δεν είναι άλλο από το διαχρονικότατο σημαίνον της Γλώσσας, γνωστό και οικείο από τη Μινωική θεά. Μέσω της γλώσσας και της γραφής Ο ΤΟΠΟΣ γίνεται προσπελάσιμος:

…Η γραμμή της βουνοσειράς πετσοκόβει τον ουρανό σε ακατάληπτα ιερογλυφικά.

Και με την ΠΡΩΤΗ ΑΧΤΙΝΑ ΑΠΌ ΤΗ ΧΑΡΑΜΑΔΑ,

Εντατικά κι εμφατικά η αυγή κουλουριάζεται/

 στο φως.

Μέσω της διαλεκτικής, με συντροφιά τις ΦΩΝΕΣ, ερμηνευμένες ως συνύπαρξη,

η τρυφερότητα επωμίζεται το μωβ μυστικό.

Δημιουργείται μια ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΧΑΡΤΟΠΟΛΤΟ, που είναι ασφαλώς, ένα ερωτικό γινόμενο. Με ΑΤΜΟΥΣ ΛΑΒΔΑΝΟΥ, Αναζητώντας τη σιωπή αναπαράγει λέξεις –κατά το στίχο της– σε ΟΧΗΜΑ ΑΠΟ ΣΙΔΕΡΟ. (Όλα υπότιτλοι της ποιήτριας.)

Έπ! Πίσω απ’ τη μνήμη στέκει η τρέλα μου.

Μ’ αυτή τη δημιουργική «τρέλα», την έμπνευση, και μ’ ένα ΜΠΛΟΥΖ ΠΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΑΖΕΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ,  ΑΝΑΧΩΡΕΙ για τα ΔΥΟ ΤΑΞΙΔΙΑ. Αποχαιρετισμού. Το πρώτο με ΟΤΟ ΣΤΟΠ. Και  Η ΤΖΙΝΤΖΙΟΛΕΤΑ ΣΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ… 

Τι αποκόμισε η ποιήτρια από τα ταξίδια τούτα;

Κύριοι, σημείο αναφοράς, δεν υπάρχει. (!)

ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ:     

Κρατά στα δάχτυλα δίχταμο ζουπηγμένο./

Με τ’ άρωμά του οδηγείται για ευτυχίες όμοιες/

– ελπίζοντας να μην τις βρει ποτέ.

 

IV.

To 2000 δημοσιεύθηκε στο Ηράκλειο, από τις εκδόσεις Μικρός Ναυτίλος, η τελευταία ποιητική συλλογή της Έλλης Περράκη, ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ…

Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί μινωικός σφραγιδόλιθος και είναι αφιερωμένο στον αδελφό της Μάνο Περράκη, γνωστό αρχιτέκτονα, στον οποίο παραπέμπει και το τελευταίο ποίημα.

Μελωδίες ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ, τέσσερα ΤΟΠΙΑ, έξι ΣΕΛΙΔΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ και τα ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ συνθέτουν, δομούν σε ενότητες και πάλι, το έργο αυτό:

Πίσω απ’ την πόρτα ο Κανένας./

…Μέσα στο σπίτι σιωπή. Ή ήχοι σύντροφοι./

…Μετρώ τους σπονδύλους του ορίζοντα:/

κορυφή, γεράκι, θάλασσα./

Δεν εννοείται αποτύπωμα χωρίς χειρονομία./

…Κοίτα το λουλουδάκι, τη λουλακιά θάλασσα,/

το φεγγαράκι μέσα στο αλωνάκι του – νοτιά θάχομε αύριο –/

του δέντρου την εμπιστοσύνη προς τη νύχτα./

Κι αφέσου, αφέσου στο χλιαρό ποτάμι των λέξεων/

(στους κόμπους απ’ τους φθόγγους που τις απαρτίζουν)./

Δεν πρέπει, όχι, να μασήσεις το μίσχο του ονείρου σου.

(σ. 22, 23)

V.

Στην ποίηση της Έλλης Περράκη, το μεγαλείο της απλότητας και της προφορικότητας συντίθεται με γλώσσα ανθρώπινη, που ρέει σα νεράκι και σαν τραγούδι. Που θα πει πως συμβαδίζει με τη φύση της και τη φύση του κόσμου. Η αίσθηση “νοιώθεται”, ομιλείται και συν-ομιλεί.[xiii] Λέει και μετα-λαμβάνει.

Πρόκειται για μια Ποίηση που δε φοβάται τους τέσσερις ανέμους, το χρόνο και την κριτική. Ανθρώπινη, σωματική, δριμεία.

Ο ΧΡΟΝΟΣ είναι ΤΟΠΟΣ για την ποιήτρια. Σωματικός τόπος. Και χαρτογραφείται:

Αν μεροδούλι μεροφάι προχωρώ/

είναι που μια τρελή ευεξία/

με κυριεύει με το φύσημα του νότου/

…θυμάσαι τι;

Το δέρμα δε θυμάται πάνω από τρεις φορές./

Μετά κουράζεται./

…Ο έρωτας υψώνει τη σάλπιγγα./

Εγείρονται:/

Τα πουλιά, τα φιλιά, τα ποτάμια της αφής.[xiv]

Η λειτουργία της Ποιήσεως βρίσκεται εδώ: στον ερωτικό λόγο. Τη βιωματική λειτουργία της μας κάνει απτή, σε περιγραφή, η ποιήτρια:

Η αστρική ανάσα…/

…οξύνοντας τις λάμες της ελλειπτικής/

αγγίζει τολμηρά τον καρπό μας,/

συγχρονίζεται με την τρελή καρδιά/

ποτίζει σκουριά και χρυσό το κύτταρο/

κρεμά φολιδωτό το μανδύα στην ατροφική φτερούγα της ωμοπλάτης μας/

και σκύβοντας πολύ,/

ρουφά με στοργικό φιλί τον ομφαλό./

Τότε, βαθειά στο αίμα κυλά το ποίημα./

…Είναι χρυσάφι και φωνή. Το ημερεύεις./

Το παίρνεις απαλά στους κήπους σου./

…Σμιλεύεται/

κι όλο καινούριες φλέβες αποκαλύπτονται…

Απαιτείται μέγιστη γνώση αρχιτεκτονικής, ώστε η δομή του να επιτύχει

παράθυρο ανοιχτό στο κυπαρίσσι – μας λέει η ποιήτρια (!)

Κι όπως ο Μάνος,

Ε, και μ’ ένα ζεϊμπέκικο πάνω στη θράκα της αυγής,

κατασκευάζει του Οδυσσέα το εκμαγείο.[xv]

 

VI.

Κυρίες και κύριοι,

η ποίηση της Έλλης Περράκη συμπεριλαμβάνεται στις σύγχρονες ανθολογίες ποίησης.[xvi]  Η στάση της ίδιας παραμένει σεμνή. Ο μέγιστος όμως, δυναμισμός της γραφής της, μαζί με την επάξια επιμονή της σε απαιτητικές, σύνθετες δομικά ποιητικές φόρμες που της δίνουν προβάδισμα, την κατατάσσουν σε μια από τις τρεις, αν όχι στις δύο, σημαντικότερες εν ζωή γυναικείες ποιητικές φωνές της Κρήτης (μαζί με τη Βικτωρία Θεοδώρου και τη Νατάσα Χατζηδάκη).

Ορθώνει το Λόγο και το φως, από τον εντελώς πρώτο στίχο της, του 1975:

Γιατί οι σκιές το μεσημέρι μηδενίζονται/

κάτω απ’ τις ρίζες, τα θεμέλια, τις πατούσες;[xvii]

 – μια «συνδήλωση» έμμεση, κίνητρο για κάθε ποιητή.

Αγαπητοί φίλοι,

έχομε την τιμή, η Έλλη Περράκη να είναι απόψε ανάμεσά μας. Θα την αναγνωρίσετε:

Χρώμα οφθαλμών: Υφάλμυρο πικρίζον αίσθημα φωτός[xviii] – μας λέει σε στίχο πάλι.

Ποιήτρια Έλλη Περράκη,

ευχόμαστε, ο δρόμος, απ’ την ψηλή κορφή της μοναξιάς/ ως τη βαθιά σπηλιά της μνήμης, να είναι μακρύς! Σ’ ευχαριστούμε.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Σύγχρονοι Κρήτες Ποιητές «Της θάλασσας του ταξιδιού και του νόστου», έκδ. – επιμ. Μαν. Κυριάκης, Ηράκλειο Κρήτης, σ. 81 επ.

[ii] Πραγματικότητα …/ Ριζωμένη εκεί που η μνήμη κοιμίζει τα παιδιά της / μαζί με τα παιδιά της αγάπης και της επιθυμίας. (VI)

[iii] (Ι.) Θυμάσαι/ όταν ακόμα η γοργόνα/ είχε τα λέπια στο κορμί./…/με πόση σύνεση, με τι σβελτάδα σκέψης/ κατάργησες τα σύνορα/ μίλησες για τ’ αμίλητο νερό/ και για τη νιοστή διάσταση του μέσα κόσμου…/ Θυμάσαι όταν γινήκαμε επιτέλους/ σκυφτά κλωνάρια φορτωμένα ανθούς και μέλισσες και φως/ πώς μου βαστούσες την καρδιά μη σπάσει…/…/Τη μέρα που έσκυψες και μάζεψες τον ήλιο/ απ’ το ποτάμι/ κι έφερες να του μυριστώ το φως του…/…/– μια χορδή γέλιο.// Και μετά/ τον φύσηξες απ’ την παλάμη να πετάξει./ Δε γύρισες να δεις πως μάτωσαν τα κλάματά μου.//Πού κρύψαμε το γέλιο μου;/ Και θέλω και τα κόκκινα παπούτσια/ που με κοιτούσαν το πρωί κάτω από το κρεβάτι./…/ Έλα να βρεις την πόρτα μου/ – το μπρούτζινο χεράκι τρέμει ακόμη/ Έλα, κόψε το δάκρυ/– σταμάτησε στο μάγουλο./ Άγγιξε τις παλάμες μου/ ζεστές σαν το λιασμένο στάχυ.// Κι έλα λιγάκι πιο βαθιά/ σ’ εκείνη την ταράτσα που καθόμαστε/ και βλέπαμε τη θάλασσα γυμνή από πλοία/ τον ουρανό χωρίς τ’ αστέρια του/ και τα μικρά παιδιά χωρίς την έγνοια.// Τώρα που λείπει το αγριοπερίστερο/ και το ρολόι σταμάτησε,/ θ’ ακούω τον καιρό με την καρδιά σου.

[iv] …Ένας γλάρος/ γράφει άστρα στον ουρανό./ Του κάνω νόημα: θα τα σβύσει ο άνεμος./ Μ’ αυτός γράφει γράφει…/ μέχρι που χάνεται. (Ι) Εκεί που ενώνονται τα βλέμματα/ πέρα από την απόσταση./ Εκεί που ενώνονται οι σιωπές/ πέρα από τα λόγια/ συνάντησα τη μοίρα μου.// Ήταν γλυκιά, καλόβολη./ Έσμιγε το καλό με το κακό/ στην ίδια χούφτα./…/ Μα ένα τρελό πουλί στα στήθια/ χτυπά φτερό./ Μιλά παθητικά για τη δροσιά/ τον ήλιο και το γέλιο./ Τόσο παθητικά σα να τ’ αποχωρίζεται. 

[v] Αγαπάς θα πει: αναθεωρείς την ποιότητά σου σε σχέση με μιαν άλλη ύπαρξη. (Εισαγωγικοί στίχοι)

[vi] Θα διανύσεις με μια αχτίνα ένα βίαιο ορίζοντα πολλές φορές.// Και θα σε βρει το φως καβάλα σ’ ένα χάλκινο άλογο δέκα μέτρα μπόι – τρέχοντας μ’ εκατό – να διαστέλλεις την κόρη ως την ίριδα για να χωρέσει τη ζωή.

[vii] Έλλη Περράκη, Ονειρεύτηκα τον χρόνο…, εκδ. Μικρός Ναυτίλος, Ηράκλειο 2000, σελ. 8,16.

[viii] …Υψώνονται μετέωρα, τρεμάμενα,/ σαν ορφανά παιδιά που βγάζουν μόνα το ψωμί τους./ Θέλομε να επιστρέψομε στους ώμους μας/ Θέλομε την καθημερινή ζωή μας./ Να στερεώσομε κεφάλια πάνω σε τραπέζια/ να μπούμε στου πανταλονιού τις τσέπες/ να κόψομε το μαϊντανό απ’ τη γλάστρα/ να ξύσομε το αυτί ή και το πόδι/ ν’ απλώσομε σε γόνατο τη νύχτα./ Και το πολύ-πολύ, όχι συχνά, καμιά φορά –/ ν’ ανοίξει η παλάμη μας στο μάτι/ τσιγγάνας παλαβής, αλλοπαρμένης»./ «Μακριά η γραμμή ζωής, σε τρία τέρμινα/ θα συναντήσεις τον καλό σου».// Και τίποτ’ άλλο.

[ix] Τρεις παιδικές φωνές κυνήγησαν το ψαροκάικο/ άρπαξαν το τρεμάμενο πανί του σκώντας στα γέλια/ πετροβολώντας τον αφρό, γέρνοντας/ πάνω στ’ αυτί του ίσκιου/ – σ’ εκείνη τη βαθειά σπηλιά που πίνει αχόρταγη το φως, που αναμασάει το νερό του κόλπου –/…/ Μα οι σπηλιές μισούν τις μηχανές./ Μετρούν το χρόνο με την άμπωτη και την παλίρροια./ Με των κυμάτων το χορό./ Του καταργούν τα ισόχρονα διαστήματα/…του δίνουν την αντίστροφη πορεία.

[x] …Τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα /χαρτογραφούν τα όνειρά μας.

[xi] Σ. Λ. Σκαρτσής, 1. Η προφορικότητα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2002. 2. O ακροατής, εκδ. Κάκτος 2001.  3. Εισαγωγή στη λαϊκή λογοτεχνία, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1992.

Μ. Μερακλής: Τι είναι η λαϊκή λογοτεχνία, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988. Λαϊκή Τέχνη, 1992. Ελληνική Λαογραφία, τ. Γ΄, εκδ. Οδυσσέας.

Παναγιώτης Νταβαρίνος: Η προφορική λαϊκή λογοτεχνία, περ. Φιλολογική, τχ. 112/2010 και στο διαδίκτυο, users.sch.gr.

Βαγιανός Γ.: Η διδασκαλία της Ιστορίας μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα, εκδ. Έλλην, 1995.

Lesky Alb.: Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μτφρ. Αγ. Γ. Τσοπανάκη, εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1981.

[xii] Ε. Μ. Μελετίνσκι, Η δομικο-τυπολογική μελέτη του παραμυθιού, υπό: Β. Γ. Προπ, «Μορφολογία του παραμυθιού Η διαμάχη με τον Κλωντ Λεβι-Στρως και άλλα κείμενα», σελ. 288 επ., όπου: «Τα κατηγορούμενα δίνουν τη σύνθεση, τα υποκείμενα και αντικείμενα την υπόθεση. Το παραμύθι ανταποκρίνεται στο ιδανικό επίπεδο της έγκλισης της επιθυμίας – της ευκτικής. αντίθετα ο θρύλος συνδέεται με την προστακτική, ο μύθος συνδέεται με την ερωτηματική μορφή…».

Βλ. και George Thomson, H Ελληνική Γλώσσα Αρχαία και Νέα, εκδ. Κέδρος 1964.

[xiii] Μπροστά το πέλαο καθαρό με ξαναμμένα μάγουλα/ απ’ το παιγνίδι με τον ήλιο./ Κι η άμμος ζεστή κι απλή σαν την κουβέντα μας. (σ. 21)

[xiv] Έγχρωμη διαφάνεια, σελ. 22, 33, 43, 20.

[xv] Ονειρεύτηκα τον χρόνο, «Τα οράματα των ποιητών», Γ’, Δ΄, ΣΤ΄, «Του Μάνου».

[xvi] Συμπόσιο Ποίησης, Ανθολογία Κρητικής Ποίησης 1950-2007, εκδ. Ταξιδευτής, 2007, σ. 384 επ.

Ανθολογία Σύγχρονων Κρητών Ποιητών, επιμ. Αντώνης Σανουδάκης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σ. 352.

Σύγχρονοι Κρητικοί Ποιητές Της θάλασσας του ταξιδιού και του νόστου, έκδ – επιμ. Μαν. Κυριάκης, Ηράκλειο Κρήτης, σελ. 81επ.

[xvii] Ποιήματα, 1975, «Γύμνασμα στο μονόλογο», εισαγωγικό δίστιχο.

[xviii] Υπό Έρωτι αίθεσθαι (Δυο ταξίδια).





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *