Ο βαρελάς

Ο βαρελάς ήταν ο ειδικός τεχνίτης που κατασκεύαζε βαρέλια. Λεγόταν και βαρελαντζής ή βαγενάς ή βαρελοποιός. Το βαρέλι προέρχεται από την ιταλική λέξη barella. Είναι ένα δοχείο μεγάλο ή μικρό κυλινδρικό, που γίνεται από ξύλινες κυρτές σανίδες, οι οποίες συγκρατούνται με μεταλλικά στεφάνια, πλατύτερα στη μέση και στενότερα στα άκρα, για την αποθήκευση κυρίως κρασιού. Το βαρέλι λέγεται και βουτσί, από το οποίο παράγεται το βυτίο.

Εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο βαρελάς ήταν: τα σφυριά (βαρύ, ελαφρύ), τα σκαρπέλα, το αμόνι, το πριόνι, η πλάνη (ροκάνι, το σκεπάρνι, το τρυπάνι (αρίδι),το καβουροσκέπαρνο, η τανάλια και άλλα.

Για να φτιάξει το βαρέλι έπαιρνε κορμούς δέντρων από δρυ, καστανιά, βελανιδιά ή καρυδιά, τους έκοβε σε σανίδες με μήκος ανάλογο με το ύψος του βαρελιού. πλάτους 15 εκατοστώνκαι πάχους τριών εκατοστών περίπου. Μετά τις ξέραινε στον ήλιο, άναβε φωτιά και τις ζέσταινε μέχρι να μαλακώσουν για να μπορεί να δώσει την απαιτούμενη κυρτότητα που χρειάζεται η κατασκευή του βαρελιού. Οι σανίδες αυτές ονομάζονται ντόγιες. Τις πελεκούσε μετά για να πάρουν το σχήμα που ήθελε.

Έπειτα έφτιαχνε τους πάτους (φρούδια ή φουντιά) του βαρελιού, πάνω και κάτω. Με ένα μεγάλο διαβήτη ή μ’ ένα κορδόνι, χάραζε έναν κύκλο, που ήταν το περίγραμμα του βαρελιού. Από το μέγεθος του κύκλου συνυπολόγιζε με το ύψος, πόσες οκάδες κρασί θα χωρούσε το βαρέλι. Αφού είχε ετοιμάσει τις ντόγιες και τους πάτους, χάραζε με το σκαρπέλο έναν κύκλο (ομόκεντρο) σε κάθε πιάτο. Πάνω σ’ αυτό τον αυλακωτό κύκλο τοποθετούσε τη μια σανίδα δίπλα στην άλλη, τις χτυπούσε να κάτσουν στο αυλάκι, έβαζε ανάμεσα στις ντόγιες ένα χόρτο (αφράτο), αυτό που χρησιμοποιούν οι καρεκλάδες για να πλέκουν τις καρέκλες. Ύστερα τοποθετούσε το πρώτο στεφάνι (τσέρκουλο) που ήταν σιδερένιο δεμένο γερά με περτσίνια για να μην ανοίγει. Το χτυπούσε γερά μ’ ένα ειδικό σκεπάρνι και όταν έσφιγγαν καλά και ήταν στη θέση τους τα σανίδια, τοποθετούσε το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, κάνοντας πάντα την ίδια διαδικασία. Τα τσέρκια μπορεί να ήταν 6-12 ανάλογα με το μέγεθος του βαρελιού.

Σαν έφτανε στην κορυφή του βαρελιού τοποθετούσε τον δεύτερο κυκλικό πάτο και το τελευταίο στεφάνι. Το κατέβαζε κι αυτό, το χτυπούσε να δέσουν καλά οι ντόγιες και έκανε και έναν έλεγχο στα υπόλοπα τσέρκουλα. Μετά άνοιγε με το αρίδι μια τρύπα στο κάτω μέρος του πάτου και τοποθετούσε την κάνουλα (βρύση). Σε μια από τις πλαϊνές ντόγιες, στη μέση του βαρελιού και απέναντι από την κάνουλα, άνοιγε μια άλλη τρύπα μεγαλύτερη που να χωρεί ένα μεγάλο χωνί για να γεμίζει το βαρέλι. Η τρύπα αυτή έκλεινε μ’ ένα πώμα από φελό, άρτηκα ή αγκιναροράβδι. Ύστερα το γέμιζε νερό για να το δοκιμάσει, να δει αν τρέχει. Το βαρέλι ήταν έτοιμο, έπαιρνε τη θέση του πάνω σ’ ένα άλλο και περίμενε τον αγοραστή.

Τα βαρέλια χωρούσαν από 50 μέχρι 1.000 οκάδες. Υπήρχαν και τα βαρέλια γίγαντες που χωρούσαν 450 σταμνιά. Αν το σταμνί χωρούσε 10 οκάδες, το βαρέλι χωρούσε 4.500 οκάδες. Τέτοια βαρέλια είχαν πρόβλημα μεταφοράς και τοποθέτησης στο υπόγειο. Τα συναντάμε κυρίως στα μοναστήρια. Τα κρασοβάρελα τα τοποθετούσαν σε δροσερά αεριζόμενα υπόγεια.

Ο βαρελάς έφτιαχνε ακόμη βαρελάκια για σαρδέλες , μπακαλιάρο, τυριά, τουρσί, αλλά και σκεύη οικιακής χρήσης, όπως παγούρια, καρδάρες, τσότρες κ.λπ.

Τα βαρέλια είναι γνωστά από τα ομηρικά χρόνια, την εποχή του παμπόνηρου Οδυσσέα, την εποχή των Ρωμαίων, τα χρόνια του Χριστού, που έκανε το θαύμα στον γάμο της Κανά, και έκανε το νερό κρασί, αλλά και σήμερα που ο παπάς ευλογεί «τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον». Τα βαρέλια πρέπει να έχουν πάντα κρασί για να κρατήσουν εκατοντάδες χρόνια.

Παλιά υπήρχαν στο Ρέθυμνο αρκετοί βαρελάδες, όπως ο Θεοδωράκης, ο Δημητρακάκης, ο Σαριδάκης, ο Κλειδής, ο Βερνάδος και άλλοι. Σε λίγο δεν θα υπάρχει κανείς, γιατί οι νέοι δεν προτιμούν αυτό το επάγγελμα. Στο Ρουμελί ήταν ο Αντ. Μαστοράκης, ο Ιωάν. Κάτσουρας και ο Ελευθέριος Παντελάκης.

Είχα γνωρίσει ένα βαρελά τυφλό, ο οποίος με τη βοήθεια της γυναίκας του έφτιαχνε και επισκεύαζε βαρέλια με την αφή και την πολύχρονη πείρα που είχε.

Αν τύχαινε να ξυδιάσει το κρασί στο βαρέλι, έπιανε τον γεωργό μεγάλη στενοχώρια, όχι τόσο για το κρασί όσο για το βαρέλι. Πήγαινε το βαρέλι στον βαρελαντζή, αυτός το άνοιγε, το έκαιγε εσωτερικά με φωτιά, μετά το έκλεινε, έβραζε θρύμπα και το ξέπλενε καλά.

Κατά τον Αύγουστο φέρνουν βιομηχανοποιημένα βαρέλια από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με τα χειροποίητα, τα παλιά, τα δρύινα. Φέρνουν και βαρέλια, που είχαν ουίσκι ή κονιάκ. Ορισμένοι μερακλήδες οινοπαραγωγοί που κληρονόμησαν δρύινα ή καρυδένια βαρέλια τα φυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού, γιατί ξέρουν ότι τα ξύλινα δρυγιένια βαρέλια κάνουν το καλύτερο κρασί, κρατάνε εκατοντάδες χρόνια, και γιατί ο οίνος ευφραίνει καρδίαν.

Στο λιμάνι του παλιού Ρεθύμνου υπήρχαν αρκετά βαρελάδικα, που κατασκεύαζαν χιλιάδες βαρέλια για να βάζουν τα κίτρα, δεδομένου ότι ο Νομός Ρεθύμνου ήταν ο πρώτος νομός της Κρήτης στην παραγωγή κίτρου. Η προκυμαία ήταν πάντα γεμάτη κιτροβάρελα και καθημερινά φόρτωναν καράβια με κίτρα για την Ευρώπη.

Οι βαρελάδες, αυτοί οι συμπαθητικοί άνθρωποι, κάθε μέρα γίνονται και λιγότεροι. Τα πλαστικά και σιδερένια βαρέλια αντικατέστησαν τα ξύλινα. Τα κρασιά, η τσικουδιά και το ξίδι, αντί να αποθηκεύονται σε δρύινα βαρέλια αποθηκεύονται σε πλαστικά δοχεία, τα οποία τους προκαλούν ποιοτική και γευστική αλλοίωση.

Δέκα βαρέλια στη σειρά έχω κρασί πιωμένο.

να παγουδιάνω το σεβντά που μου ‘χεις ανοιγμένο.

 Αινίγματα για το βαρέλι

 Ο γιος μου ο κοντοθόδωρος με τα πολλά ζωνάρια.

Κούφιος έλατος δροσιά γεμάτος.

Ο μπάρμπας μου ο καλόγερος, ο σιδεροζωσμένος.

 

 Αντώνης Β. Δαφέρμος, Παραδοσιακά Επαγγέλματα που χάνονται, Χορηγός έκδοσης Επιμελητήριο Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2007, σελ. 42-44.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *