«Ω Κάστρο μου περίδοξο, τάχατες όσοι ζούνε, Τάχατες να σε κλαίσινε και να σ’ αναζητούνε;»

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 1669. Εκείνη την ημέρα, γράφηκε η πλέον μελανή σελίδα της Ιστορίας για την πόλη του Ηρακλείου. Ο Χάνδακας, όπως λεγόταν τότε, μετά από 22 χρόνια πολιορκίας, έπεφτε οριστικά στα χέρια των Τούρκων
. Η πόλη που ξεχώριζε ανάμεσα στις επαρχίες της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Ενετίας, δεν άντεξε άλλο τις επιθέσεις των ορδών του σουλτάνου. Στην υπεράσπισή της έδωσαν πολλές δυνάμεις και τους καλύτερους στρατιωτικούς τους όχι μόνο η Δημοκρατία, αλλά και σχεδόν ολόκληρη η χριστιανική Ευρώπη, με επικεφαλής τον Πάπα της Ρώμης. Γιατί οι Ευρωπαίοι χριστιανοί ηγεμόνες και ο καθολικός θρησκευτικός ηγέτης έβλεπαν σΆ αυτή την υπόθεση τον αγώνα τότε του χριστιανισμού απέναντι στον επεκτατισμό της μουσουλμανικής Τουρκίας. Τον οποίο τελικά δεν κατάφεραν να αποτρέψουν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1669 ο Χάνδακας ήταν μια έρημη πόλη. Την προηγούμενη ημέρα την είχαν εγκαταλείψει οι λιγοστοί κάτοικοι και οι υπερασπιστές της, με επικεφαλής τον αρχιστράτηγο Φραντζέσκο Μοροζίνι, (στις επόμενες σελίδες φέρνουμε στο φως άγνωστη επιστολή του για την παράδοση του Χάνδακα) που αργότερα έγινε Δόγης στη Βενετία. Ασφαλώς ο ηρωικός αγώνας του, από την άνοιξη του 1667 που βρέθηκε στον Χάνδακα ως αρχηγός των υπερασπιστών του, θα πρέπει να μέτρησε πολύ στο να αναλάβει το ύψιστο αξίωμα της καταρρέουσας, μετά από αυτή την απώλεια, Γαληνότατης Δημοκρατίας της Ενετίας.

Στις 6 Σεπτεμβρίου (κατά τον αείμνηστο Νίκο Σταυρινίδη, αλλά και τον ιστορικό του 19ου αιώνα Βασίλειο Ψιλάκη) ή στις 16 Σεπτεμβρίου (κατά τον καθηγητή κ. Θεοχάρη Δετοράκη) της ίδιας χρονιάς ο Μοροζίνι αναγκαζόταν να υπογράψει συνθηκολόγηση για την παράδοση της πόλης. Πλέον οι υπερασπιστές δεν άντεχαν άλλο, καθώς είχαν μείνει ελάχιστοι κι αποκλεισμένοι από παντού. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα σχεδόν όλοι οι Ευρωπαίοι στρατιώτες, και πριν απΆ όλους οι Γάλλοι, εγκατέλειπαν τον Χάνδακα, βάζοντας, στην ουσία, την υπογραφή τους στην παράδοσή του.

Οι Τούρκοι, κυρίαρχοι πλέον στην ιστορική πόλη, πατούσαν τον Χάνδακα στις 27 Σεπτεμβρίου 1667. Μερικές μέρες μετά, ο αρχηγός των τουρκικών δυνάμεων μέγας βεζίρης (πρωθυπουργός) του Σουλτάνου Αχμέτ Κιοπρουλής, που είχε το προσωνύμιο Φαζίλ (Δίκαιος), έμπαινε κι ο ίδιος θριαμβευτικά και εν μέσω εκδηλώσεων που οργάνωσαν για εκείνον οι υφιστάμενοί του.

Συνολικά οι Τούρκοι σχεδόν 25 χρόνια για να καταλάβουν ολόκληρη την Κρήτη. Γενιές στρατιωτών τους χάθηκαν σΆ αυτή την προσπάθεια. Και τουλάχιστον δύο πασάδες έχασαν τα κεφάλια τους γιατί δεν μπορούσαν να προσφέρουν ολόκληρο το νησί στο σουλτάνο.

Η Άλωση του Χάνδακα από τους Οθωμανούς (1669 μ.Χ.)

«Μια χώρα σαν του λόγου μου αδυνατό κτισμένη,
Οπού δεν έχει ταίρι μου ΄ς όλη την οικουμένη,
Οπού ΄χα τόσαις αρεταίς και ΄σκέπα τόσα κάλλη,
που δεν αξιώθηκεν η γης χώρα να τα’ έχη άλλη».
«Ω Κάστρο μου περίδοξο, τάχατες όσοι ζούνε,
Τάχατες να σε κλαίσινε και να σ’ αναζητούνε;»
(Μαρίνου Ζάνε, Ο Κρητικός Πόλεμος)


Μετά την κατάκτηση της Κύπρου, η Κρήτη αποτελούσε πλέον τη μοναδική στρατιωτική βάση της Δύσης στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου και το μοναδικό εμπόδιο για την απόλυτη κυριαρχία των Τούρκων στον έλεγχο των θαλάσσιων συγκοινωνιών. Το 1645 ο τουρκικός στόλος αποβιβάστηκε κοντά στα Χανιά, που καταλήφθηκαν μετά από σύντομη πολιορκία.

Ένα χρόνο αργότερα οι Τούρκοι κατέλαβαν το Ρέθυμνο. Το 1648 άρχισε η μοναδική σε διάρκεια στην παγκόσμια ιστορία πολιορκία του Χάνδακα, που κράτησε 21 χρόνια και έμεινε γνωστή με το όνομα Κρητικός Πόλεμος. Την υπεράσπιση της πόλης ανέλαβε ο αρχιστράτηγος Φραγκίσκος Μοροζίνι. Η αντίσταση των Βενετών, των Κρητικών και των λιγοστών συμμάχων τους υπήρξε ηρωική.

Το ισχυρό φρούριο κατάφερε όλο αυτό το διάστημα ν’ αντέξει τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων. Καθοριστικό ρόλο για την έκβαση των γεγονότων φαίνεται ότι είχε η προδοτική στάση του μηχανικού Ανδρέα Μπαρότσι, που αποκάλυψε στον εχθρό το αδύναμο σημείο της οχύρωσης στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.

Ο Μοροζίνι, αντιλαμβανόμενος πως δεν υπήρχε πλέον καμία ελπίδα, αποφάσισε να συνθηκολογήσει, εξασφαλίζοντας στους κατοίκους τη δυνατότητα να αποχωρήσουν με τα υπάρχοντά τους από την πόλη. Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1669 η λάμψη της μικρής Βενετίας του Νότου έσβησε για πάντα.

Όταν τα στρατεύματα του Κιοπρουλή μπήκαν στην πόλη στις 4 Οκτωβρίου δεν βρήκαν παρά σωρούς ερειπίων.

Απόσπασμα από τον «Κρητικό Πόλεμο» του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή  με  τίτλο «Κλαθμός του Μεγάλου Κάστρου». 

“Οι άγγελοι ας με θλιβού• απόστολοι, προφήται,
που τώρα τσ’ εκκλησίες μου ν’ αδειάζουνε, θωρείτε•
αρχιερείς και μάρτυρες, όσιοι και δικαίοι,
και πρίκα ογιά λόγου σας τα σωθικά μου καίει.
Σύβασες γίνουνται σ’ εμέ κι αγάπες θε να κάμου,
μα τάχα ν’ απομείνουσι στη χώρα τα παιδιά μου;
Ωφού, πως δεν μπορεί δεντρό πρικοφαρμακωμένο
παρά να δίδει τον καρπό πικρό και βρωμεσμένο,
πώς θα με παραδώσουνε, γιατί λαό δεν έχω
και τα τειχιά μου ερίξανε κ’ ίντα καλό απαντέχω;
Ωφού, κι απού ‘ τον αφορμή σε τούτη μου τη μάχη
κ’ εχάθη τόσος άνθρωπος, στα ίδια μου να λάχει!
Και που ‘ναι τόσοι Χριστιανοί; Στο χώμα μέσα λυούνε!
Κ’ οι άρχοντες της Βενετιάς που’ ν’, οι Ρωμαίοι που’ ναι;
Τώρα που θα με δώσουνε θαμπώνεται το φως μου,
οπού ‘τον χρόνοι και καιροί παίνεμα το δικό μου.
Ωφου, δε δύνομαι να βρω τρόπο, για να μπορέσω
στον πόνο τον αμέτρητον οπόχω να φελέσω.
Γιάντα, Φραντσέζε, με χαρά ήλθες κι αρνήθηκές με
με δίχως φόβο, κι έφυγες, κ’ ετουρκοσκλάβωσές με;
Τάχατες εις το Χάνδακα ήλθες να ξεφαντώσεις;
Τάχατες δε το κάτεχες πως θέλεις να μαλώσεις;
Δεν ήσυρνες πολλότατους άνδρες και παλληκάρια
οπού ‘χανε τη δύναμη κ’ εδείχναν σα λιοντάρια;
Κ’ εκείνοι ήτον αφορμή κ’ εθέλανε ξεγνοιάσει
οι φρόνιμοι της Βενετιάς, λέγοντας δεν αλλάσσει
των βασιλιάδων η βουλή, μα σ’ ό,τι κι α βαλθούνε
θέλουνε να το κάμουνε, πλήσα να παινεθούνε.
Μ’ αν τούτος οπού μου ‘στειλε, ήθελε να μισέψει,
ας είχε πάγει μοναχός κι όχι να ‘χει αδικέψει,
κι επήρε τους σολντάδους μου οπού ‘χα μετά μένα•
τούτες τες μέρες θρήνομαι τα μόχου καμωμένα.
Καμπόσοι εδείξανε ανδρειά και καβαλιεροσύνη,
καλά κι αν αποθάνασι, έχουν τιμήν εκείνοι.
Κι αφέντης οπού διάβηκε, όλοι τον επαινέσα,
γιατ’  ήκαμε πολλή τμή εις το φουσάτο μέσα.
Κ’ οι άλλοι όλοι εφύγανε οπού ‘ρθαν να μαλώσου
κ’ ελέγασι πως είν’ καιρός του Τούρκο να με δώσου•
ετούτο όλοι εθέλανε και τούτο εμιλούσα
και τον καιρό οπού κάμανε πάντα το καρτερούσα,
οπού ‘ρθε σε βοήθεια μου και το λαό μου επήρε•
Ευρώπη, δάρσου σήμερο και τα μαλλιά σου σύρε!
Εσίμωσε το τέλος μου, ώφου, για να σε δώσου,
να λάβουνε ξεκούραση, κ’ εμένα να σκλαβώσου.
Σήμερον απού το Θεό είναι αποφασισμένο,
και τ’ όνομά του προσκυνώ κι ας είναι δοξασμένο”.

Οταν αρχίσανε να μισεύγουσι και κλαθμός

Απείτις απογράψανε τες σύβασες και σάζου,
μέρες οκτώ των έδωκε, για να μπορού ν’ αδειάζου•
και εν τω άμα τουφεκιές, λουμπάρδες κατατούνε
και βροντισμό και συρισμό όλοι τως δε γροικούνε.
Οξω και μέσα γίνηκε τότες μια ομονοία
κ’ οι Τούρκοι, Φράγκοι και Ρωμιοί δεν είχανε μανία.
Οι Τούρκοι των ελέγανε, όποιος θε ν’ απομείνει•
αμέ δεν εγραφτήκανε κι ουδένα δεν αφήνει
ο γενεράλες, κ’ ήλεγε όλοι γοργό να βγούσι,
τα πράματα να κουβαλού, να πα μπαρκαριστούσι,
στη Ντία να τους παίρνουσι, κ’ εκεί να καρτερούσι
τ’ αρσίλια να ‘ρδινιάσουσι κι όλοι εκεί να μπούσι.
Τα σπίτια τωνε τ’ μορφα αρχίσανε ν’ αδειάζου,
και τες γυναίκες έβλεπες ετότες να χουγιάζου,
πως έχου να περάσουνε, το τι θε να γενούσι,
κ’ εθέλαν όλοι οι Ρωμιοί στη χώρα να σταθούσι•
μα οι πρώτοι δεν τσ’ αφήνανε, μα πηαίνα και τους βγάνα
κ’ είχανε βάρκες σ’ ορδινιά και μέσα τους εβάνα
Κ’ εκοίταζες οληνυκτίς τες βάρκες να φορτώνου,
γυνάικες, άνδρες, πράματα στη Ντία να τα σώνου.
Εις το νησί να βγαίνουσι κ’ οι βάρκες να γυρίζου
εις το μαντράκι ν’ ρχουνται, να τους ξαναγεμίζου•
τα πράματα να χάνουνται κ’ ενούς τ’ άλλού να παίρνει,
στες ρούγες να τ’ αφήνουσι, λύπηση πλιά να φέρνει•
κι αντίς για δάκρυα, αίματα ετύχαινε να τρέχου,
και που θε να τους πάσινε, όλοι να μην κατέχου.

(ΧΑΝΔΑΚΑΣ)
“Τόσους οπού θανάτωσαν, όλπιζαν να γλυτώσου
κ’ εις τη φτωχή τη χώρα μου ελευτεριά να δώσου
κ’ εκεί απ’ ανίμεναν χαρά, βάσανα τους ευρήκα,
και να μετρήσει τις μπορεί την αμέτρή μου πρίκα!
Ωφού, χαρά που θα γενεί, Τούρκοι, πολλά χαρήτε,
γιατί αγάπη γίνεται και πλιο δε θα χαθήτε.
Ωφού, πως θα με πάρουνε δεν αναυχαριστούμαι,
γιατί γροικώ σ’ όλη τη γην απάνω και παινούμαι•
γα μένα αγάπη θα γενεί να βρίσκεται και να ‘ναι,
αγάδες αναλύπητοι, κ’ εσύ βιζίρη πλάνε•
μα έρχισαν κ’ οι Χριστιανοί να φεύγου να μ’ αφήσου,
κ’ οι Τούρκοι μόνο μετά με έχου να κατοικήσου.
Οχι, ποτέ μηδέ γενεί, όχι μη μ’ αρνηθήτε,
κι ως τώρα με πολλές τιμές όλοι σας με κρατείτε.
Ωφού, νεκρή δε βρίσκομαι, ούτε κι αποθαμένη,
και μόνια μη μ’ αφήσετε την πολυαγαπημένη,
την Κρήτη σας τη θαυμαστή, το θαύμασμα του κόσμου,
οπού ‘στε μετά λόγου μου κ’ ήτονε στολισμός μου.
Μα ποιο θεριό αλύπητο κι αμέρωτο λιοντάρι,
στη σκλάβωσι που καρτερώ, λύπηση να μην πάρει
σε τούτη την αμέτρητη πληγή την εδική μου
κι εις το κακό τ’ αγιάτρευτο οπού ‘ρθε στο κορμί μου;
Κλαίτε με, φίλοι και δικοί, κλαίτε με την καημένη,
κλαίτε με, ολ’ οι Χριστιανοί, την παραπονεμένη!
Γης και φωτιά και το νερό, συγκλάψετέ με ομάδι
και, ουρανέ, την όψη σου σκέπασε με μαγνάδι•
και τ’ αστραποβροντίσματα το νέφαλο ας παίξει
να σκοτιστεί ο ήλιος, σ’ εμένα να μη φέξει!
Κλαίτε με, βρύσες, ποταμοί, λίμνες και ορυάκια κι όλα,
όρη και κάμποι και βουνά, ρόδα και πάσα βιόλα!
Με δάκρυα κλαίτε σήμερο, λουλούδια μυρισμένα
και κάμποι ανθοστόλιστοι και δέντρη μου ανθισμένα!
Κλαίτε με, τ’ άστρα τ’ ουρανού, τα νέφη, το φεγγάρι,
ολ’ οι πλανήτες, κ’ η Πιλιά πρίκα για μένα ας πάρει!
Ηλιε, το φως σου σήμερο σε σκότος ας αγυρίσει,
ογιά σημάδι, να σε δου σ’ Ανατολή κ’ εις Δύση,
για να γνωρίσουν πως εγώ ευρίσκομαι στο τέλος,
να κλάψουν όσοι με’ δασι, με της καρδιάς το μέλος.
Μηδέ γενούσι πωρικά• βότανα, ξεραθήτε
στα τόσα πλήσα βάσανα οπού σ’ εμέ θωρείτε,
το πως μ’ εδώκα των Τουρκώ, το πώς μ’ επαραδώσα
στα χέρια των Αγαρηνώ και το σταυρόν ελειώσα!
Ας κλαίγει και το πέλαγος, τα ψάρια ας χωστούσι,
κι ό,τι κι αν έχει μέσα του για λόγου μου ας θλιβούσι.
Τα κτήνη κι όλα τα’ ρπετά ας κλάψουν ογιά μένα,
όσα στην Κρήτη κατοικούν τα πολυπρικαμένα.
Ας κλάψουνε και τα πουλιά, πέρδικες και τρυγόνια,
τ’ αηδόνια κι όσα κιλαδούν κι όλα τα χελιδόνια.
Φωτιές κι αέρας και νερό κ’ η γης η πλουμισμένη,
ο ουρανός, τα κτίσματα, κι ανθρώποι πλουτισμένοι,
στην πρίκα μου τη σημερνή, ογιά να τηνέ δούσι,
την πλήσα και την άδικη, για να με λυπηθούσι.
Που ‘στε τεχνίτες θαυμαστοί, που ΄σαι, μαρκέζε Βίλα,
πού θα χαθούν οι τέχνες σας που ‘κάνετε με ξύλα;”.

 

Πηγές: iakm.gr , ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ¨ΠΑΤΡΙΣ¨ , ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 28-9-2009

Αναδημοσίευση από την έκδοση που επιμελήθηκαν οι Στυλιανός Αλεξίου και Μάρθα Αποσκίτη (Στιγμή-1995)Απόσπασμα από τον «Κρητικό Πόλεμο»

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *