Η στραθιά και το λάστιχο..!!! (Ιστορίες απ’ τα Χωριά : Αφηγήσεις – Αναμνήσεις)

Πολλοί Σμαριανοί ήταν έμποροι και μάλιστα πολύ ικανοί και επιτυχημένοι, οι φετσάδες της εποχής γνωστοί σε όλη την Περιφέρεια της Κρήτης. Εκτός όμως από το εμπόριο της φέτσας, πουλούσαν και κρασί πολύ ή λίγο δεν έχει σημασία. Το πήγαιναν λοιπόν στην περιφέρεια της Νεαπόλεως γιατί εκεί παρ’ όλο που δεν ήταν παραγωγοί, ήσανε όλοι δυνατοί πότες.

Έμπορος ήτανε κι ο πατέρας μου ο Αντώνης του Ζαχαριού. Είχαμε δύο βαρέλια, ένα που έβανε 50 σταμνιά, έτσι το μετρούσανε τότε, δηλαδή 500 οκάδες. Το ‘χαμε στην κάμερα και ήτανε για το σπίτι. Στο πόρτεγο όμως είχαμε ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο στο χωριό, που έβανε 200 σταμνιά, δηλαδή 2.000 οκάδες και αυτό ήτανε για εμπόριο. Όταν μάλιστα πριν κάποια χρόνια το πουλήσαμε, το διαλύσαμε μέσα στο σπίτι γιατί ολόκληρο δεν έβγαινε από την πόρτα. Γέμιζε λοιπόν ο πατέρας μου ασκιά, τα φόρτωνε στο μουλάρι και περπατώντας πήγαινε να το πουλήσει στο Μεραμπέλο.

Σε μία τέτοια στραθιά πήγα κι εγώ με τον πατέρα μου. Μιλάμε για εποχή λίγο πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήμουνα δεν ήμουνα 8 χρονώ. Είχαμε πολλές παραγγελίες κι έπρεπε να φορτώσουμε και το μουλάρι και το γάιδαρο, γιατί τα 2 ασκιά δε φτάνανε. Εγώ δεν εκαλόθελα και ο πατέρας για να με συ βάσει μου’ ταξε αμύγδαλα όσα θέλω στο γυρισμό. Αυτός ήθελα να λαλεί το μουλάρι και γω το γάιδαρο που δυστυχώς όμως ήτονε πιο ψηλός απ’ το μουλάρι.

Γεμίζει ο πατέρας τα’ ασκιά αποσπέρας για να φύγουμε πρωί-πρωί, σκώνει αξημέρωτα, φορτώνει το μουλάρι και το γάιδαρο και ξεκινούμε. Προπατούμε – προπατούμε μα δε φτάνουμε, και κρύο του διαόλου, και κακόβολαΙ … Πρέπει να ‘χενε περάσει το μεσημέρι και δεν είχαμε πιει ούτε νερό. Στένει ο πατέρας το μουλάρι, ξεκρεμά από τα σκαρβέλια τον τρίχινο ντρουβά, μου δίδει εμισό καύκαλο κουλούρα και μου λέει:

– Καυκάλιζέτηνε να περνά και η ώρα σου κι όπου να ‘ναι δα φτάξομε. Ήφαγα ‘γω την κουλούρα μα που να φτάξομε!

Λίγο πριν φτάξομε στη Νεάπολη, γλισγτρά ο γάιδαρός μου και πάρτονε κάτω. Εγώ ήβαλα ντελόγο τα κλαήματα, γιατί όλα τ’ ασκιά πέσανε χάμε αλλά δεν εμπόρουνα να κάμω και πολλά γιατί ήμουνε μικιός. Ήρθεν ευτυχώς ο πατέρας, ήδωκε μια ανεποδαρά του γαϊδάρου και ήσκωσεν τονε.

Ύστερα ξεκίνησε για τη Νεάπολη για να ξεφορτώσει το μουλάρι. Εγώ θα έμενα εκεί, να φυλάω το φορτίο του γαϊδάρου, να μην το σκίσει κανείς σκύλος.

Δένω ‘γω το γάιδαρο σε μιαν αγκαραθιά και πάω και κάθομαι κοντά στ’ ασκιά. Φθινόπωρο ήτανε και σε λίγη ώρα αρχίζει: Δεν ήβρεχε, μόνο ήτρεχε. Δεν υπήρχε τίποτα να μπω από κάτω μόνο πέρα-πέρα, ένας μεγάλος αγκούτσακας. Μα αν επήγαινα εκιά δεν εθώρουνα τ’ ασκιά. Η βροχή τοσονά δυνατή, που λίγο ήθελε να με κρύψει. Παρατηρώ το γάιδαρο που βρεχότανε και ούτε που εκουνούσε. Γλακώ και πάω από κάτω από την κοιλιά του και ανεκουρκουβίζω.

Ο πατέρας μου ωστόσο, ώστε να δει ετόσηνά βροχή εξεφόρτωσε, εγιάγειρε μπαλαφριστός και ήρχιζε να μου φωνιάζεl. Μα εγώ δεν γροικώ πράμα από τη φασαρία που ‘κανει η βροχή, μα δε θωρώ κιόλας παραπάνω από 2 μέτρα. Μια κοπανιά θωρώ μέσα στην αντάρα σαν την ασκιανάδα του μουλαριού. Βγάνω την κεφαλή μου όξω από την κοιλιά του γαϊδάρου, βάνω τα δαχτύλια μου στο στόμα μου και σφυρίζω όσο πιο δυνατά μπορούσα. Ευτυχώς ήκουσε ο πατέρας μου τη σφυρά κι εκατάλαβε πως δεν είχα πάθει πράμα.

Ήρθενε επιτέλους κοντά μου σκασμένος και αυτός και το μουλάρι και άμα είδε πως ήμουνε καλά, ήκανε το σταυρό ντου. Με ‘βαλε από κάτω από το ρασίδι ντου για να μη βρέχεται η κεφαλή μου, με κανάκιζε για να ξεφοβηθώ και εγώ ήτρεμα ωσάν το φοινοκάλι. Σιγά-σιγά, ήρχιζε να ξεκόβγει και άμα ελίγανε καλά η βροχή με βάνει στην καπούλα του μουλαριού, καβαλικεύγει και αυτός στο σωμάρι και φεύγουμε. Φτάνουμε στη Νεάπολη, στο μαγαζί του Γιωργάκη που ήκαμε κονάκι ο πατέρας μου. Μ’ αφήνει εκεί κι αυτός γυρίζει πίσω να πάρει τ’ ασκιά και το γάιδαρο.

Με παίρνει ο Γιωργάκης και με πάει στο σπίτι ντου που ήτονε δίπλα στο μαγαζί. Φωνάζει τση γυναίκας του και αυτή με πάει στην παρασθιά, βάνει και πολλά ξύλα και σε λίγη ώρα αρχίσανε να καπνίζουνε τα ρούχα μου. Όντεν ήψενε το λύχνο, ήρθε και ο πατέρας μου, εξεφόρτωσε τ’ ασκιά στο μαγαζί και ήκατσε κι αυτός να πυρωθεί. Εμένα μου ‘χε δώσει η νοικοκερά μπόλικα αμύγδαλα και ήτρωγα. Άμα εστεγνώσαμε επήαμε στο μαγαζί, αλλά ήτανε μπλιο αργά. Είχανε μαζωχτεί μια δεκαριά ανθρώποι για να πάρουνε κρασί.

– Δεν ανοίγω τ’ ασκιά τέθοια ώρα, γιατί είν’ αργά και είμαι και κουρασμένος μόνο τ’ ασκέρου να ‘ρθείτε .. είπε ο πατέρας μου ..

Εκάτσαμε ακόμη μιαολιά και λέει ο καφετζης:

“Αντωνάκη, να πάμε αποπέρα να φάμε μια μπουκιά φαϊ να ‘ποστεγνώσετε κιόλας».

Εκάτσαμε στο τραπέζι και είχανε μαγερεμένο μπακαλιάρο με το αμάραθο.

Λέει η νοικοκερά:

“Εγώ ετηγάνισα και μια πατάτα και ήβαλα και δυο αυγά γιατί μπορεί να μην τρώει το κοπέλι το φαϊ απού ‘χομε»,

Εγώ όμως απού ‘μουνε όλη μέρα νηστικός και θώρουνα το μπακαλιάρο και τρέχανε τα σάλια μου, χωρίς να ντραπώ τση λέω:

“Εμένα μ’ αρέσει ο μπακαλιάρος!»

Τέλος πάντων, ήβαλέ μου η γυναίκα και απ’ τα δυο και αφού φάγαμε καλά, εκάτσαμε στην παρασθιά. Ύστερα μας εστρώσανε χάμαι, γιατί δεν είχανε άλλο τόπο.

Πρωί-πρωί εσκωθήκαμε για να μη μας εβρεί η νοικοκερά να κοίτουμέστανε, άνοιξε και ο Γιωργάκης το μαγαζί και άρχισε ο πατέρας μου να πουλεί το κρασί. Πριν να ‘ρθει το μεσημέρι το ‘χενε πουλημένο.

Όταν εξεμπερδέψαμε, ο πατέρας με πήε βόλιτα στην αγορά όπως μου το ‘χενε ταμένο πριχού ξεκινήσομε απ’ το χωριό. Είδαμε πολλά μαγαζά, άλλα πουλούσανε ρούχα και άλλα παπούτσα.

“Σταυρουλιό, διάλεξε δα ίντα θες να σου πάρω».

Εκεινά την ώρα ήμαστανε μπροστά σ’ ένα τσαγκαράδικο και μέσα στα παλιά παπούτσα θωρώ και κρέμεται ένα μεγάλο κομάτι σαμπρέλα σα μια μική πέτσα. Ντελόγο εκοντοστάθηκα.Με θωρεί ο πατέρας μου και μου λέει:

“Γιάντα κοντοστένεσαι; Δεν τα πουλούνε τουτανέ τα παπούτσα. Αυτά είναι παλιά και τα φέρνουνε παέ να τα σάσουνε”.

“Εγώ δεν ξανοίγω τα παπούτσα …. Τη σαμπρέλα ξανοίγω”. “Ντα ίντα τη θες εσύ τη σαμπρέλα;”

“Θέλω τη».

«Μωρεσύ, ετόσανα πράματα είδες και τση σαμπρέλας ερέχτηκες;»

“Εγώ αυτή θέλω”.

Τέλος πάντων, ρωτά ο πατέρας πόσο κάνει, πληρώνει εφτά δραχμές, την παίρνει και μου τη δίδει.

Γυρίζομε στου Γιωργάκη, παίρνομε τα χτήματα και τ’ ασκιά, καβαλικεύει αυτός το μουλάρι κι εγώ το γάιδαρο, αποχαιρετούμε και ξεκινούμε για το χωριό. Στη στράτα με ρωτά ο πατέρας μου:

“Μα πε μου μωρέ στο Θεό σου ίντα διάολο το ‘θελες ετούτονε απού μ’έβαλες και σ’ αγόρασα».

“Εγώ μπρε θέλω να κάμω λάστιχο». “Κι ήπηρες τοσηνά»

“Είπα μπρε τω γκοπελιώ πως ήθελα με πάρεις στη Νεάπολη και τως ήταξα να τωσε βαστώ πράμα …. »

“Κι ετούτονα εδιάλεξες να βαστάς;»

“Αυτό το πράμα είναι το καλύτερο γι’ αυτούς».

Εφτάξαμε στο χωριό, παίρνω ντελόγο τη σαμπρέλα, τη σημαδεύω, και λέω τοη μάνας μου να μου την κόψει με το ψαλίδι. Πιάνει η μάνα μου τη σαμπρέλα, την κόβγει και βγάνει 7 λάστιχα. Κρατίζω γω τα 2 και τ’ άλλα τα βάνω στην τσέπη μου και βγαίνω όξω.

Ώστε να με δούνε τα κοπέλια να μη βαστώ πράμα, μου λένε μ’ ένα στόμα:

“Ανάθεμά σε ψεύτη και τζάμπα περιμέναμε!»

Βάνω τη χέρα στην τσέπη και βγάνω τα λάστιχα. Ώστε να τα δούνε, εκάνανε σα τζι κουζουλούς και επηδούσανε απ’ τη χαρά ντως. Λέει ο Μανούσος:

“Είδετε πώς σας το ‘λεγα; Το Σταυρουλιό ήκαμε εκειονά που μας ήταξε.» Εποχή που ήτανε ακόμη τα κιτρινάκια και οι κεφαλάδες. Φτιάχνομε τα λάστιχα και αρχίζομε το κυνήγι. Εμείς εκυνηγούσαμε τα πουλιά, και οι ντραγάτες εμάς.

Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτή την επεισοδιακή στραθιά των 8 μου χρόνων στη Νεάπολη. Ποτέ δε θα σβήσει απ’ τη μνήμη μου ο φόβος που μου προκάλεσε, μα και η απέραντη χαρά που έδωσε σε μένα και τους φίλους μου η ανταμοιβή που πήρα. Το πιο περιζήτητο αγορίστικο παιχνίδι της εποχής.


Πηγή Πληροφοριών: Περιοδικό “Αρισμαρί”

.πηγή

Γράφει ο Σταύρος Avτ. Κτιστάκιης (Σταυρουλιό τση Πηνελιάς)





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *