Εγκώμια του Χάνδακα (Φορτουνάτος του Μ. Α. Φόσκολου)

 

Μα ίντα θε να κάθομαι τώρα να σας δηγούμαι

τα παλαιά καμώματα; Ας έρθομε να δούμε

σήμερον εις το Κάστρο σας τούτο το τιμημένο

τση Κρήτης, τόσα εξακουστό, στον κόσμο δοξασμένο

σ’ άρματα κι εισέ γράμματα κι εις κάθα πράξην άλλη

παντοτινά από μιας αρχής, και τώρα με μεγάλη

δόξα η φούμη* του επλάτυνε, και ο κόσμος τη λογιάζει, (φήμη)

και όλη η Φραγκιά* τσι δύναμες τσι τόσες του θαμάζει. (δυτική Ευρώπη)

Η Άσια, η Τράτσια* και η Άφρικα τρομάσσου (Θράκη)

τς εμπόρεσές τως βλέποντας πώς τς έκαμε να χάσου,

και ο Τούρκος τ’ άνομο σκυλί τρομάραν έχει τόση

που πλιο του δεν αποκοτά* αποκάτω να σιμώσει, (δεν τολμά)

γιατί θυμάται τα παλιά, και τρέμει και φοβάται,

και ακόμη τα ’παθε στη γη και εις πέλαγος θρηνάται

, και τόνε περιτρέχουσι στα ερχόμενα* λογιάζει, (στο μέλλον)

και μετανιώνει από καρδιάς, κλαίγει και αναστενάζει.

Εκείνο το ψοματινό και το μισό φεγγάρι*,

(ενν. η οθωμανική ημισέληνος)

που ’γέρθη κι εσηκώθηκε μ’ έτοια μεγάλη χάρη

απ’ τη μεριά της Σύθιας* της άπονης, κι εσάσε* (Σκυθία / τακτοποιήθηκε)

κι επλάτυνε γιαμιά γιαμιά και όλο τον κόσμο επιάσε,

θέλει απομείνει σκοτεινό γοργό και θαμπωμένο,

και μ’ έκλειψη παντοτινή να στέκει μαυρισμένο,

γιατί απού τη Βενετιά και όλη τη Χστιανοσύνη

νέφη θολά θέλου γερθεί με τόση κακοσύνη

και του πελάγου και τση γης, κι επώδε να γυρίσου

τη λαμπιρότη την πολλήν απόχει να του σβήσου,

καθώς απάνω εις τς ουρανούς ευρίσκεται γραμμένο

απού το χέρι του Θεού, και ίτσι αποφασισμένο.

Χαρά λοιπόν αμέτρητη όλοι σας καρτερείτε,

και εισέ λιγούτσικο καιρό τη λευτεριά θωρείτε.

Μα ο νους μου επαραπέρασε κι εφήκα τα δηγούμου·

μα τώρα στην αθιβολή* γυρίζω πάλι απού ’μου. (διήγηση)

Πόσοι αθρώποι σήμερο στη χώρα σας ετούτη

βρίσκουνται εις αξιότητες κι εισέ μεγάλα πλούτη,

απού ’σανε πολλά φτωχά και άτιμα* γεννημένοι, (ταπεινά)

και από αίμα χαμηλό και ταπεινό εβγαμένοι;

Τούτοι για να ’νιαι πρόθυμοι, να μη βαριούνται κόπο,

μα να γλακούσι* εδώ κι εκεί γλήγοροι εις κάθα τόπο,

(να τρέχουν)

αφέντες να δουλεύγασι μεγάλους, απού ορίζα,

ταχιά και αργά, και ανάπαψη κιαμιά δεν εγνωρίζα,

θωρώντας τσι τέτοιας λοής κι εγώ ειδάρισά τσι*,

(τους βοήθησα)

και στην κορφή τση σβίγας* μου, σα βλέπετε, έβαλά τσι.

(ο τροχός της Τύχης)

(στ. 89-130





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.