«…να μεταγγίσουμε το νέο κρασί στο βαρέλι…να τρελάνουμε το τρένο που διχοτόμησε το αμπέλι…»

Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος, ΠΑΤΙΝΙ ΜΕ ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΠΙΛΟΤΟ (Διηγήματα)

Ταξιδευτής, Αθήνα, 2015.

[Το κείμενο αποτελεί εισήγηση της Βούλας Επιτροπάκη κατά την εκδήλωση παρουσίασης της συλλογής διηγημάτων του Αντώνη Σανουδάκη-Σανούδου ΠΑΤΙΝΙ ΜΕ ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΠΙΛΟΤΟ (εκδ. Ταξιδευτής, 2015), που οργάνωσε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Χερσονήσου και οι Εκδόσεις Αθηνών Ταξιδευτής, στο Πνευματικό Κέντρο Χερσονήσου, την 6-8-2016.]

«…να μεταγγίσουμε το νέο κρασί στο βαρέλι…

να τρελάνουμε το τρένο που διχοτόμησε το αμπέλι…»i

Έχουμε την τιμή να παρουσιάσουμε απόψε, τη νέα συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα-ποιητή Αντώνη Σανουδάκη, φιλολόγου, θεολόγου, διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Επίκουρου Καθηγητή της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης.

Η συλλογή ΠΑΤΙΝΙ ΜΕ ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΠΙΛΟΤΟ κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αθηνών Ταξιδευτής, με εικαστικό εξωφύλλου από τον γνωστό ζωγράφο Μανώλη Σαριδάκη, με φιλολογική επιμέλεια Αθανασίας Ψαρουλάκη και είναι αφιερωμένο στον Μανούσο Χριστοδουλάκη, ζωοδότη γιατρό και πεφιλημένο μαθητή, κατά τις λέξεις του συγγραφέα.

Άλλο ένα λογοτεχνικό έργο του Αντώνη Σανουδάκη, που έρχεται να προστεθεί στις δέκα ποιητικές συλλογές του, στις εικοσιτέσσερις αφηγηματικές καταγραφές μαρτυριών της πρόσφατης τοπικής ιστορίας, που διασώζουν την εθνική μνήμη και ταυτότητα, αλλά και σε πλήθος από πεζά κείμενα, φιλολογικά δοκίμια, μελέτες και δημοσιογραφικές επιφυλλίδες του.

Ι.

Η παρουσιαζόμενη συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα σουρεαλιστικά υπό ευρεία έννοια διηγήματα, που εισάγονται δια δεκάτου τρίτου, το οποίο φέρει τον τίτλο Το τέλος της άναρχης αρχής.

Στο εισαγωγικό αυτό διήγημα, η μνήμη του ανθρώπινου εγκεφάλου επιχειρεί, μέσω και της ηλεκτρονικής μνήμης, να ταξινομήσει, να περιδιαβεί και να αναπαραστήσει, στα μη πεπερασμένα όρια της λογοτεχνίας, εξωγενείς και ενδογενείς, γνωστές και άγνωστες πτυχές και ιδιότητες, συναισθήματα και ενθυμήσεις, κοινές αισθήσεις και συμβάντα της ανθρωπότητας. Τα δεδομένα ταξιθετούνται ή τακτοποιούνται σε εικόνες, σε πληροφορίες, σε επιμέρους συμβολικά διαμερίσματα, που ως άλλα αόρατα “κουτάκια”, καταλαμβάνουν ζωτικό χώρο της ανθρώπινης ύπαρξης και υπόστασης, που κι αυτή με τη σειρά της, συνίσταται σ’ έναν ανάλογο εγκέφαλο, ενδογενή και εξωγενή, ασύλληπτο, άγνωστο εν πολλοίς ακόμη σ’ εμάς, και απεριόριστο τόσο, που τις νύχτες σπάζει το περίβλημα, και δημιουργεί νέους, ονειρικούς συνδυασμούς.

Στον κύκλο της νύχτας και της μέρας, δοκιμάζεται το παιχνίδι της αφήγησης ως μια αρχή που δεν έχει τέλος ή ένα τέλος που έχει μετασχηματιστεί ήδη σε νέα αρχή, ώστε να επιβεβαιώνει την απεραντοσύνη του από το παρελθόν στο μέλλον και τανάπαλιν. Και αυτό δεν είναι βέβαια, άλλο από το παιχνίδι της ίδιας της γραφής, που περικλείει τη μνήμη ολόκληρη μαζί με το όνειρο, μαζί με τα επιτεύγματα της Επιστήμης, τους φυσικούς και πανανθρώπινους νόμους, την ίδια τη φύση και τον άνθρωπο. Και γι’ αυτό, μας αφορά όλους. Με ποικίλες λεπτομέρειες, που ίσως δεν ενδιαφέρουν παρά μόνο εμένα, αλλά πού ξέρεις; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, ίσως ενδιαφέρουν και άλλους. – μας λέει στο κείμενο.

Μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι λοιπόν, εμπλέκεται ο χρόνος του συγγραφέα, των λογοτεχνικών ηρώων, αλλά και του αναγνώστη και ο δικός μας χρόνος, ο ατομικός του κάθ’ ενός, αλλά και ο συλλογικός, κοινωνικός χρόνος, ως μια εν ενεργεία τομή από τον εαυτό στον άλλο, που συνιστά την ίδια την ύπαρξη και τη Μνήμη.

Μπροστά σε τέτοιου είδους και ύφους γεγονότα, θα βρεθούμε, ξεφυλλίζοντας τα διηγήματα του Αντώνη Σανουδάκη.

Θα γίνουμε π.χ. θεατές ενός Βάλς με αόρατη ντάμα. Στην παραζάλη του χορού βιώνουμε την αντανάκλαση θεατή και χορευτή ως αντανάκλαση εαυτού μέσα στον καθρέπτη. Στον ίδιο, πατροπαράδοτο καθρέπτη, αυτόν που η γιαγιά παράγγελνε να μην κοιτάζουμε τις νύχτες. Γιατί στο βυθό των καθρεπτών, απεικονίζεται η ψυχή. Τις νύχτες οι ψυχές ζωντανεύουν. Η λογική ξεχνά την εμπειρική ή επιστημονική της επάρκεια. Η Λογική, η Ψυχολογία, είναι δυνατόν να κλονίζονται ακόμη κι από ένα ποίημα, όπως το ποίημα για τους καθρέπτες του Καβάφη. Η ποίηση ζωντανεύει τους καθρέπτες, μα και τα αισθήματα, ακριβώς όπως όταν γεννάται φόβος, οπότε όσα υποφέρουμε είναι αληθινά! Αυτό μας στρέφει προς αναζήτηση λύσης. Για την απάντηση του αινίγματος αποτεινόμαστε πάλι στη λογική, στην σοφία, ίσως στα βιβλία. Τα αναζητούμε, ενίοτε με μανία, γινόμαστε δεινοί αναγνώστες. Ανασκαλεύουμε την Ιστορία, την αρχαιότητα, το βυζάντιο, τη μυθολογία.

Προσδοκούμε από τους ήρωες, που γνωρίζουν από δράκους, πολέμους, ή από μαγεία και μαντική, να βοηθηθούμε, να λύσουμε το μυστήριο της αντανάκλασης στο βυθό της ύπαρξης. Που συνδέεται με άλλες υπάρξεις του υπερπέραν, κατά τον συγγραφέα. Τις υπάρξεις της οντολογίας μας. Με αυτές περιηγούμαστε γεωγραφικούς τόπους, το παρόν και το παρελθόν, αναθυμούμαστε προσωπικά και πανανθρώπινα περιστατικά, όπως αυτά που έζησε ο συγγραφέας με τον συμμαθητή του Μάρκο, στην πλατεία της πόλης με τη φιλαρμονική, το δημοτικό ηρώο, το Μεϊντάνι με τον τροχονόμο, όπου περπάτησαν υπαρκτοί και φανταστικοί ήρωες ολόκληρης της ελληνικής ή της παγκόσμιας Ιστορίας. Όλοι, σ’ έναν κυκλικό, ρυθμικό χορό, όπως του συμμαθητή Μάρκου με την αόρατη ντάμα του, ως άλλο θεατρικό έργο με τις σκιές του απείρου να καθρεπτίζονται στα συναισθήματα, στη φιλία και τον έρωτα, τη ζήλια ή την αποδοχή κατά τη σύγκριση με τον Άλλον ως εαυτό, και τον εαυτό ως Άλλον. Να καθρεπτίζονται τόσο βαθιά, μέχρι που ο καθρέπτης ραγίζει. Ενίοτε δε, τον σπάμε οι ίδιοι, ξεφεύγοντας από τα όρια του ανθρώπινου υλικού μας, που μας επιστρέφουν, ωστόσο, στο ασυνείδητο, σαν βάρκα, που μια ανεβαίνει στην κορυφή των αγριεμένων κυμάτων και την άλλη χάνεται στα βάθη, στο φουρτουνιασμένο πέλαγος…

(Θα αποφύγω να δώσω διαυγή θεματικά περιστατικά των διηγημάτων, με σκοπό να μη στερηθείτε την απόλαυση μιας κατά το δυνατόν ανεπηρέαστης, από την παρουσίαση αυτή, ανάγνωσης του βιβλίου.)

Στο διήγημα με τίτλο Το τελευταίο καρτέρι, η ίδια η γραφή καταδύεται στα υγρά βάθη του συγγραφικού ασυνειδήτου, σ’ έναν παραλληλισμό με την κατάδυση στο βυθό της θάλασσας, αλλά και με την ερωτική κατάδυση. Το κράτημα της αναπνοής είναι ίσο με το όριο του εαυτού και των πραγμάτων. Στο έσχατο όριο, η τελευταία στιγμή μπορεί και συμπεριλαμβάνει τα πάντα, όπως π.χ. στο απόσπασμα: Έκανα ασκήσεις αναπνοής εκεί κάτω, όσο αντέχει ένας καλός βουτηχτής ψαροντουφεκάς να κρατήσει την αναπνοή του στο καρτέρι του βυθού, ακίνητος, να περάσει η βουλιαγμένη γαλέρα των Βενετών με τους κλεμμένους βυζαντινούς θησαυρούς, το καράβι των πολιορκητών σταυροφόρων με την Αγία Τράπεζα της Μεγάλης Εκκλησίας, το κλάμα της ξενιτεμένης Καρυάτιδας του Ερεχθείου, ο προδομένος καημός της Αριάδνης, η φτερούγα του καταποντισμένου Ικάρου, ο υπολογιστής των Αντικυθήρων με τον πρόγονό του, του Παλαιοκάστρου, ο βυθός στο σημείο που είμαι… είναι πέρασμα χιλιάδων ψαριών… είναι το ίδιο όπως τότε που περίμενα τη Σόνια στο πρώτο ραντεβού… στα δεκατέσσερα χρόνια μου… έπρεπε και τότε να ανασάνω βαθειά, να βγω στην επιφάνεια της στιγμής… σπαρταρούσα όπως το άγουρο στήθος της… αλλά εσύ πού ν’ ακούσεις … η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει με δάνεια…

Στο ομότιτλο διήγημα της συλλογής, ο ευθύγραμμος χρόνος οχείται από την Ρόζα και την Καίτη, αμαζόνα σε άλογο καλπάζον, ορίζοντας την ταχύτητα των πραγμάτων, σ’ ένα πατίνι με αυτόματο πιλότο, που ρολάρει με τη σφραγίδα του θανάτου πάνω του – κατά το κείμενο. Ήθελα να μην κυλήσει ο ήλιος στον ουρανό…

το πρόσωπο του φεγγαριού… στο παράθυρο, έχει φωτεινό δαχτυλίδι γύρω του, όπως το φωτοστέφανο της Αγίας Μαγδαλινής – θα ’χουμε αύριο νοτιά ή βροχή.

Ο θάνατος, όμως, ο ανίκητος νόμος, λυγίζει μόνο μπροστά στον έρωτα. Η αναπνοή στο βυθό του όντος, επανέρχεται τότε, ταχύτατη: είχαμε πάρει αναπνοή διαρκείας, οι λέξεις έβγαιναν άηχες από το στόμα της… έλα πες μου, θέλω να μάθω για σένα… μίλησέ μου με τη γλώσσα των πουλιών ή των ψαριών, … στείλε μου ήχους και εγώ θα βγάλω νόημα από το ανοιγόκλειμα του στόματός σου. Είδα τα λόγια μου να μεταμορφώνονται… ένα δελφίνι είχε το πιο όμορφο χαμόγελό μου και ξαφνικά σοβάρεψε και από το στόμα του ακούστηκε η φωνή του Τζακ, του μαύρου σκύλου, του αράπη, που πήρε τη μορφή Ασφαλίτη, είσαι σητομώνυς. Τη φράση την είχα ξανακούσει στα όνειρά μου, γραφόταν στις εφημερίδες της εποχής, ακουγόταν σε ραδιόφωνα, σε σήριαλ της στρατιωτικής τηλεόρασης ΥΕΝΕΔ… Κατέφυγα στα λεξικά ανωμάλων ρημάτων… ζητιάνευα μια ερμηνεία, πέστε μου σας παρακαλώ, …σητομώνυς τι σημαίνει, μήπως κρύβει το βοτάνι της ζωής και του θανάτου, είναι το διαβατήριο για το διαστημικό λεωφορείο στο παρελθόν της ιστορίας; … φιλόλογος συνταξιούχος μου λέει, είναι γραφή από το δίκαιο της Γόρτυνας και διαβάζεται βουστροφικά από το τέλος στην αρχή… διάβασα τη βουστροφική γραφή στο φως του φεγγαριού, στα κλασσικά ελληνικά διαβάζεται σ-υ-ν-ω-μ-ό-τ-η-ς, μείναμε από την αποκρυπτογράφηση και οι δυο αμίλητοι… άρχισα να της τραγουδώ… μη γελάς, κινδυνεύει η Ελλάς…

Το ιδιωτικό και το δημόσιο επεκτείνονται σημαντικά και ενοποιούνται στα κείμενα του Αντώνη Σανουδάκη. Ακούμε καθαρά το τσαφ στο διήγημα Το βραχυκύλωμα του φωτεινού σηματοδότη. Τα βιβλία λαμπαδιάζουν. Ο φωτεινός σηματοδότης – που δεν είναι άλλος από τη μεταβατική, ερωτική φύση της ίδιας της Γλώσσας – αποτρέπει το θάνατο, όπως ο έρωτας που σβήνει κάθε τυχόν βραχυκύκλωμα της Γλώσσας. Να φωνάζεις το όνομά μου, να μη σε χάσω, θα φωνάζω το δικό σου, να μη χαθούμε – είναι ο επίλογος του διηγήματος.

Το διήγημα Ο θάνατος του αγέννητου, είναι αφιερωμένο Στον Καπετάν Χαραλάμπη Τραπιέρη, Χαϊνη της Χερσονήσου. Οι νεαροί ήρωες, Ανδρέας και Ελεονόρα, ανάμεσα στο τραγούδι, τη μαντινάδα του λυράρη, το ανατολίτικο Φιλεντέμ της ελληνοτουρκικής προσέγγισης του ’30, τείνουν να ισορροπήσουν τους λογής-λογής πολέμους των προγόνων με την πρόθεση ειρηνικής συμβίωσης των λαών. Ιδεοληψίες της μετανεωτερικότητας;

Διαβάστε, αγαπητοί φίλοι, αυτό το διήγημα. Είναι η επιβολή της ίδιας της φυσικής τάξης, πάνω στα μίση και τα πάθη. Είναι αληθινά γεγονότα του τόπου μας και του κάθε τόπου.

Το ίδιο σας συστήνω και για την αφήγηση, στα Δύο Αοράκια, με τίτλο Ραντεβού στην τελευταία εκτέλεση. Αλλά και το Επί πτερύγων ανέμων, που είναι αφιερωμένο Στον δάσκαλο Γιώργη Τσαντηράκη, Αρχηγό του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Χερσονήσου. Στο βάραθρο του Κακού όρους, αποκαλύπτεται ομαδικός τάφος. Το άλογο είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στο κεφάλι ενός ανθρώπινου σκελετού, που είχε ακόμη στο κεφάλι υπολείμματα από οθωμανικό τουρμπάνι, σαν να ήθελε να του δώσει πνοή από την πνοή του.

Οι ίδιοι νεκροί, ντόπιοι και ξένοι, ακούγονται στα στεγνά βότσαλα στις ξηρές εκβολές του ποταμού Αποσελέμη και στο διήγημα Τα βότσαλα που είχαν πνευμονία.

Η ενέργεια από τη σκόνη των πεθαμένων, η οδύνη της μάνας κοντά στο καταραμένο μαύρο κυπαρίσσι, ζωντανεύει τις σκιές στον τοίχο του κοιμητηρίου, όπου παρελαύνουν, ως ταινία του Αγγελόπουλου, αρματωμένοι πολεμιστές, γενιασμένα πρόσωπα με φυσεκλίκια, εθνοπροδότες, κι ένα ακέφαλο σώμα, που κρατούσε στα χέρια του, όπως στην εικόνα του Προδρόμου, ένα ωραίο κεφάλι νέου άνδρα, που κάτι μου θύμιζε. Πλησίασα τον τοίχο και αντίκρισα το ίδιο πρόσωπο σε φωτογραφία, που κρατούσε η μάνα μου κατάσαρκα, και είχε, επίσης, κρεμάσει σε κορνίζα στον τοίχο του σπιτιού μας. Ταυτόχρονα ένοιωσα το κρανίο μου να μετατρέπεται σε γερμανική, αντιαρματική νάρκη του τελευταίου μεγάλου πολέμου… οι γιατροί επέδωσαν το πέσιμο στο μεθύσι…

Αλλά ο τίτλος του διηγήματος Τηλεόραση επί τοίχου μας ορίζει έναν ήρωα, με ιδιότητα καθηγητή, να λαμβάνει εντολή διευθυντή όπως προβεί σε ομιλία ανάλυσης του Νατοϊκού Συμφώνου, της Ατλαντικής Στρατιωτικής Συμμαχίας. ΝΑΤΟ, κύριε Διευθυντά, ΝΑΤΟ, κύριοι συνάδελφοι, ΝΑΤΟ, αγαπητοί μου μαθητές, εγώ το βλέπω, εσείς δεν το βλέπετε;

(Είναι εκπληκτική η δύναμη της γραφής και η οξεία, δεξιοτεχνική πένα του συγγραφέα, καθώς θίγει πανανθρώπινα ζητήματα μέσω της λογοτεχνίας.)

Οι σκουριασμένες άγνωστες λέξεις, τίτλος άλλου διηγήματος, ταξιδεύουν, λες, σε καράβι, ανάμεσα στο πλήθος των επιβατών της κοινωνίας, τυλιγμένες –όπως πάντα– σε χάρτινο περιτύλιγμα, σε χαρτόκουτα, ως άλλα βιβλία ή κουτάκια του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που περικλείουν τις έννοιες, τα πράγματα και τα γραμματικά σύμβολά τους, σαν μια επίφαση ή μια οφθαλμαπάτη, από τη γη ως τον ήλιο. Ένα απλό παράδειγμα, οι συλλαβές ΜΙ –ΝΑ -SΑ, που μπορούν να παραπέμπουν π.χ. από τον πλανήτη Σείριο, μέχρι σε μάρκες όπλων αγνώστου προελεύσεως, σε ληστές ή τράπεζες, σε προϊόντα αρχαιοκαπηλίας της εποχής του σιδήρου, ή σε τορπιλισμένο καράβι εποχής… για το άγνωστο σημαινόμενο, οι σκουριασμένες άγνωστες λέξεις πλάθουν ποικίλους συνδυασμούς: INASAM, SANAMI, NIMASA… αλλά σαν να ήταν μαγνητισμένα τα στοιχεία ή κάποιος αόρατος μαγνήτης να τα τραβούσε, παρατάσσονταν πεισματικά ως SAM IN A… στην αποβάθρα του λιμανιού, όπου η ζωή, συνεχίζει το ρυθμό της…

Όπως άλλωστε, μπορεί να συγγράφεται εν τοις πράγμασι και δια ζώσης, η διαθήκη με το ηλίθιο χαμόγελο – για να έρθουμε σε άλλο διήγημα της συλλογής – από την είσοδο ως τους θαλάμους ενός Γηροκομείου.

Όλα αφορούν μια μακρά, πανανθρώπινη, αλλά συγχρόνως σύντομη ιστορία, όπως αυτή της συνέντευξης του ήρωα Γιάννη, στο τελευταίο διήγημα της συλλογής, Σταφύλια σε σχήμα μαστού. Ακούστε τη μικρή μου ιστορία… Το αμπελάκι μου ατενίζει τη θάλασσα… Τούτο το κρασί των ωραίων μαστών θα σώσει τον κόσμο… Αυτό το κρασί στα ποτήρια είναι του μέλλοντος… Θα πιώ όμως μαζί σας, να αποχαιρετίσω τα νιάτα που δεν έζησα, τα γηρατειά που δεν είχα ζήσει στο μέλλον… το φθινόπωρο είσθε καλεσμένοι να έρθετε όλοι, να φτιαχτεί το κρασί… Φίλοι και φίλες, δοκίμασα μόνο μια σταγόνα από το κρασί του επόμενου τρύγου, το βρήκα υπέροχο… Τελειώσαμε τώρα, τα μεσάνυχτα θα πιω το υπόλοιπο κρασί του φθινοπώρου, βοηθήστε να μεταγγίσουμε το νέο κρασί στο βαρέλι… στο τσακίρ κέφι θα ανοίξουμε την κάνουλα να χυθεί το παλαιό κρασί μας στο χώμα, να πιει το αμπέλι, να βγάλει μεθυσμένα σταφύλια σε σχήμα μαστού, να μεθύσουν τα χόρτα, να τρεκλίζουν τα σαλιγκάρια, να τρελάνουμε το τρένο που διχοτόμησε το αμπέλι… Ενώ, …Ο εικονολήπτης βρίσκεται στην επόμενη αίθουσα του Μουσείου, με τις μινωικές θεές των όφεων και τη Μούσα Καλλιόπη, επί το καλλιτεχνικότερον Πόπη, ένα είδωλο, ένα ειδώλιο, μια ονειρεμένη παράσταση, μια ζωγραφιά σπονδής σε μαστοφόρο ρυτό οινοχόης, να υπάρχει στην ανυπαρξία της».

ΙΙ.

Στο βιβλίο του Αντώνη Σανουδάκη, το προϋπάρχον ως ζητούμενο συγγραφικό νόημα λειτουργεί και προεκτείνει το κειμενικό, εγγεγραμμένο νόημα, σαν μια συγκεκριμένη ακολουθία σημείων, ώστε μπορούμε να μιλάμε αυτονομία δημιουργικού καλλιτέχνη. Το πιο πειστικό επιχείρημα είναι πάντα Γλωσσικό. Η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας και οι τρόποι αφήγησής του. Η ιδιαίτερη, επίσης, χρήση των σημείων στίξεώς του, που προεκτείνονται σε μια συνεχή, μακροσκελή αφηγητική μορφή, η οποία μετακινείται αθόρυβα στο περιεχόμενο. Αλλά και η φυσικότροπη χρήση ιδιωματικών λέξεων, μπροστά στις οποίες βρίσκεται ενίοτε ο αναγνώστης, όπως π.χ. μπλε-μαρέ, συνεπαρσά, ζουμπούλια, κάφκος, λακιρντί, μπουρμάς και χουρμάς (σ. 17, 26, 44, 68, 145) και άλλες.

Η γλωσσική συνύπαρξη στοιχείων από το δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο αλλά και από εθιμικές πρακτικές, με τα στοιχεία της ρέουσας γλώσσας, κάνει το κείμενο να βρίθει από κοινωνικο-ιστορικά συμφραζόμενα μέσα από το σύστημα των πεποιθήσεων, των συνηθειών και των κανόνων, που δίνουν νόημα στους διαδοχικούς όρους της λογοτεχνικής διαδικασίας.

Με μια συγκριτική ή και αναλυτική θεώρηση, παρατηρούμε ότι τα θέματα, η αφηγηματική δομή, η προσωδία και η χρήση της περίφρασης, η πλοκή, η αφήγηση και η δράση, συνθέτουν ένα ενδοκειμενικό περιβάλλον συναφές με την εξωκειμενική συγκυρία. Η συγγραφική στάση ως προς τα παραπάνω, τα σχήματα λόγου, την εικονοποιϊα, έχει ως αποτέλεσμα, η αμφισημία του παράδοξου να δημιουργεί, με τεχνικά σκόπιμες, φαινομενικές ασυνέχειες, ένταση, στα στοιχεία της ευρύτερης ενότητας. Ενώ, το έργο, ειδολογικά, με το σε θέση εισαγωγής 13ο διήγημα, βιώνεται, στο σύνολο της οργάνωσής του, ως ένα όλον.

Από αυτή την ευρεία αυτή οπτική γωνία, το συγκινησιακό αποτέλεσμα επιτελείται με τελετουργική επισημότητα, συγχρόνως δε και με έντονο ρεαλισμό. Με ιστορίες μέσα στην ιστορία, ως άλλα κουτάκια του εγκεφάλου που προαναφέραμε – ό,τι δηλαδή αποκαλείται από τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας «εγκιβωτισμένη διήγηση» – ο συγγραφέας, μας καταθέτει, γι’ άλλη μια φορά, εκτός από την ποιητική του, και την ιδιαίτερη αφηγηματική τεχνοτροπία του.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν ένα «λογοτεχνικό άνοιγμα» του προσωπικού ύφους του Αντώνη Σανουδάκη. Ευφυής και ευρηματικός στις μεθόδους, αισθητικά ευαίσθητος, δομώντας και αποδομώντας, καθίσταται, όπως σημειώνει και η κριτικός Ανθ. Δανιήλ σε δημοσιευμένη κριτική για το παρουσιαζόμενο έργο, ένας επιδέξιος

ταξινόμος του χάους.ii Το έργο, κατά μορφή και περιεχόμενο, συνάδει με την ειδολογική λογοτεχνική φύση του, τη σχέση του με τη γένεσή του, αλλά και με τα ευρύτερα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης που πραγματεύεται.

Υπό την έννοια αυτή, το παρουσιαζόμενο βιβλίο, έχει οργανική εσωτερική και εξωτερική ενότητα, συγχρονίζεται με το περιβάλλον και την εποχή σε μια μορφή που ενσωματώνεται και γλιστράει μέσα στο περιεχόμενο δυναμικά, από την αρχή ως το τέλος του κειμενικού κύκλου. Όπως η ίδια η ζωή, το λογοτεχνικό δημιούργημα καθορίζεται από αμοιβαίες επιδράσεις, συχνά υποκρυπτόμενες, οι οποίες φρουρούν το κείμενο με αποσιωπήσεις, που πρέπει να διαρρηχτούν για να ερμηνευθεί.

Όλα μαζί αυτά τα μέρη, στις δυναμικές τους αλληλενέργειες, δίνουν ποικίλως οριζόμενο νόημα και μια παραγωγική σχέση ακόμα και με τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.

Επί πλέον, οι δεσμοί αλλά και η ιδιαιτερότητά του σε σχέση με τα μεγάλα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, επιτρέπουν να μην περιορίζουμε το βιβλίο σ’ ένα μοναδικό κείμενο, αλλά να προεκτείνεται αυτό, με δεσμούς άλλων λογοτεχνικών συστατικών, που βρίσκονται έξω από αυτό. Τα διακειμενικά στοιχεία στη συλλογή είναι αθρόα. Παραπέμπουν, ρητά ή έμμεσα, στην Ιστορία διαχρονικά, στην Ποίηση και ιδιαίτερα στον σουρεαλισμό, όπου, το πλήρες νόημα είναι μέσα σ’ αυτό που δεν λέγεται, και που αποτελεί την ουσία της λογοτεχνίας.

Όλα, βέβαια, τα παραπάνω εδράζονται στην πνευματική σκευή του συγγραφέα.

Εφαλτήριό του, όμως, είναι ο ντόπιος πολιτισμός, στον οποίο και επιστρέφει πάντα μέσα από κάθε επιμέρους έργο του. Η πνευματική του διαδρομή ξεκινάει από την ιδιαίτερή του πατρίδα του, διατρέχει τους γεωγραφικούς χώρους του κόσμου και του εαυτού, του Πνεύματος και της Επιστήμης και επιστρέφει, πραγματεύεται, ζει στον τόπο του, τον τόπο μας: την Ελλάδα, τη Χερσόνησο, το Λασίθι, το Ηράκλειο, την Κρήτη, που μέσα στα κείμενα, τους στίχους, τις μελέτες του, είναι παρόντα σε κάθε σελίδα. Αντλεί από τον τόπο του, τους ανθρώπους του και τους τιμά με το έργο του και με τον τρόπο ζωής του, ως δάσκαλος, ως πολίτης, ως πνευματικός δημιουργός. Τα ντόπια βιώματα του, τα παιδικά του χρόνια, οι πτυχές της Εθνικής Αντίστασης, η Ιστορία διαχρονικά, περιέχονται και δομούν το συνολικό έργο του.

Παράλληλα, οι επιστήμες του της φιλολογίας και θεολογίας, κατευθύνουν την πορεία και συντρέχουν με την πνευματική αρχαιότητα, τη Γλώσσα, τη θρησκευτική απήχηση των Πατέρων της Εκκλησίας, τη βυζαντινή γραμματεία, την εκκλησιαστική

αλλά και σύγχρονη φιλοσοφία, τις ανθρωπιστικές επιστήμες, τα ρεύματα της θεωρίας και της λογοτεχνίας.

Η συλλογικότητα, η κοινωνικότητα και το κοινωνικό χρέος, η πατρίδα και το πνεύμα καθιστούν το έργο του ανθρωποκεντρικό.

ΙΙΙ.

Αγαπητοί φίλοι,

Ο Αντώνης Σανουδάκης αγωνίστηκε με τη γενιά του 1 1 4 και στο αντιδικτατορικό κίνημα, συνελήφθη, γνώρισε την πολιτική απαγόρευση. Δίδαξε, εργάστηκε, διετέλεσε Επιστημονικός Προϊστάμενος και αναπληρωτής Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Κρήτης. Εξέδωσε και ανθολόγησε ποίηση, ανθολογήθηκε, μεταφράστηκε στα γερμανικά και ιταλικά, μελοποιήθηκε, αξιολογήθηκε επαρκώς από τους ειδικούς και κριτικούς της λογοτεχνίας και διδάσκεται στα σχολεία της Μ. Εκπαίδευσης.

Για το λόγο του, ο παρουσιαζόμενος τιμάται ως αντεπιστέλλον μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», τιμήθηκε από την Ένωση συντακτών και δημοσιογράφων Ελλάδος, καθώς και από το Δήμο Ηρακλείου με το Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και από την Ακαδημία Αθηνών.

Είναι βέβαιο πως οι συμπολίτες γνωρίζουν καλά και έχουν αξιολογήσει τον ίδιο και έργο του. Πρόκειται για έργο διδακτικό και άκρως αισιόδοξο.

Και για να μην ξεχνάμε ότι το παρουσιαζόμενο βιβλίο συγγράφηκε από άνθρωπο που τυγχάνει πρωτίστως, ποιητής, θα κλείσω με στίχους του, συναφείς με το παρουσιαζόμενο βιβλίο:

Η γνώση τώρα πια δεν έχει πέραση…

Τώρα το βλέμμα του περαστικού τουρίστα…

το άλαλον ύδωρ

στο ταμείο της μνήμης

κατά μήκος της παραλίας στο Σαραντάρι…

οι εποχές χαρίζουν απλόχερα

στους χοίρους τα μαργαριτάρια

όμως το ξέρει καλά

από μας κινείται της ανέμης ο τροχός

αρκεί στ’ αρδάχτι να δεθεί η κλωστή

να κεντηθεί ο αμανές του έρωτα.iii

Ευχόμαστε στον Αντώνη Σανουδάκη να είναι πάντα δυνατός και να διατρέξει πολλά χιλιόμετρα πνευματικής δημιουργίας με το αυτόματο πατίνι της γραφής του.

Ευχαριστώ.

Χερσόνησος, 6-8-2016

Βούλα Επιτροπάκη

i Αντώνη Σανουδάκη-Σανούδου Πατίνι με αυτόματο πιλότο, σ. 151. ii Ανθούλα Δανιήλ, «Επιδέξιος ταξινόμος του χάους», Φρέαρ, <http://frear.gr/?p=13238>. iii Αντώνη Σανουδάκη-Σανούδου Τα Επιφάνεια, Κνωσσός, 1999, Επιβάτης υπεραστικού λεωφορείου ποίηση, Ταξιδευτής, 2012.

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *