Η Μονή Γωνιάς, ή Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Οδηγήτριας Γωνιάς, στο Κολυμπάρι

Η Μονή Γωνιάς, ή η Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Οδηγήτριας Γωνιάς, όπως είναι το επίσημο όνομα του μοναστηριού,είναι ανδρική σταυροπηγιακή μονή κοντά στο Κολυμπάρι Χανίων, στη δυτική Κρήτη. Είναι κτισμένη στο μύχο του κόλπου Χανίων, περίπου 25 χιλιόμετρα δυτικά από τα Χανιά. Κοντά στη μονή βρίσκεται η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης. βρίσκεται στο Κολυμπάρι Χανίων, λίγο βορειότερα από το λιμάνι.

Η Μονή Γωνιάς υπήρξε εστία αντίστασης σε όλους τους αγώνες της Κρήτης και γι’αυτό γνώρισε την καταστροφική μανία των κατακτητών.

Παρά τις πολλές καταστροφές που υπέστη στα χρόνια της τουρκοκρατίας στην Κρήτη, καθώς και στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στον 2ο παγκόσμίο πόλεμο, στην μονή σώζονται μέχρι σήμερα πολλά ιερά κειμήλια όπως εικόνες, παλαιά βιβλία και ιστορικά έγγραφα, άμφια και άλλοι πολύτιμοι εκκλησιαστικοί θησαυροί. Μπορείτε να τα δείτε όλα στον μουσειακό χώρο του μοναστηριού.

Η μονή ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα μ.Χ. στη θέση Μενιές του Ακρωτηρίου, στη θέση που βρισκόταν το ιερό της Δίκτυννας, και ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Λόγω επιθέσεων από πειρατές, η μονή τον 13ο αιώνα μεταφέρθηκε νοτιότερα, και ένα μικρό μοναστήρι χτίστηκε εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το κοιμητήριο της μονής. Η μονή στη σημερινή θέση ιδρύθηκε το 1618 από τον μοναχό Βλάσιο από την Αμάσεια της Κύπρου. Το έργο της ανοικοδόμησης συνέχισε ο Βενέδικτος Τζαγκαρόλας, ενώ στην ανοικοδόμηση και συντήρηση της μονής βοήθησε η μεγάλη δωρεά του Γεωργίου Μούρμουρη. Ο ναός της μονής ολοκληρώθηκε το 1634, σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του τρούλου.

Το 1645, οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια του κρητικού πολέμου αποβιβάστηκαν κοντά στη μονή και την κατέλαβαν, ενώ το 1652 την κατέστρεψαν. Το 1662, με πατριαρχικό σιγγίλιο, η μονή ανακηρύσσεται σταυροπηγιακή, δηλαδή διοικείται άμεσα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Το 1664 άρχισε να λειτουργεί στη μονή σχολείο. Το 1708 κατασκευάστηκε το συντριβάνι της μονής και το 1805 τα παρεκκλήσια του ναού. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, η μονή λειτούργησε ως νοσοκομείο, ενώ ο ηγούμενος Παρθένιος Ρασπάνης μυήθηκε στη φιλική εταιρεία, αλλά οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Η μονή ερημώθηκε, αλλά την περίοδο 1831-1841 ανασυγκροτήθηκε από τον μοναχό Παρθένιο Φρουδάκη. Το 1867, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1866, η μονή καταστράφηκε ξανά από τους Τούρκους.

Το 1897, ο Τιμιλέων Βάσσος με δύο τάγματα πεζικού, ένα μηχανικού, ένα λόχο ευζώνων και μια ορειβατική πυροβολαρχία, αποβιβάστηκε νότια της μονής για να καταλάβει την Κρήτη στο όνομα του βασιλέα των Ελλήνων. Αυτή η απόβαση έγινε η αφορμή για την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ο Βάσσος χρησιμοποίησε τη μονή ως αρχηγείο του. Το 1899 κατασκευάζεται το σημερινό καμπαναριό της μονής, η οποία κρίθηκε διατηρητέα το 1935. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς, στη μονή λειτούργησε η σχολή Ευελπίδων. Μετά τημάχη της Κρήτης, οι Γερμανοί επίταξαν τη μονή και φυλάκισαν τους μοναχούς. Η μονή επαναλειτούργησε μερικώς το 1942 και μέχρι το 1944 ήταν γερμανικό στρατόπεδο.

Τη δεκαετία του 1960, σε έκταση που παραχώρησε η μονή κατασκευάστηκε η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, η οποία άρχισε να λειτουργεί το 1968.

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *