Τα δέντρα του Έλληνα: Η ελιά, η δρυς, το πεύκο

«Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου,
σιδερόχορδη ανάβρα
που αχνίσαν τα σπλάχνα σου απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας,
και μαζώνεται η μπόρα,
ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο, νησί μου·
*
Του νου το νόμο στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Να, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες!»

(«Αλαφροΐσκιωτος», Άγγελος Σικελιανός)

Η σχέση του ανθρώπου, και ιδία του Έλληνα, με τα δένδρα της χώρας του είναι ιδιαίτερη, καθώς ιστορία και βιώματα περιπλέκονται κι ενσωματώνουν σε πορείες κοινές τα στοιχεία της φύσης με τους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται σε αυτήν. Ο πρωτινός Έλληνας απαντέχε, προσέτρεχε, αφιόταν, ήλπιζε σε ότι πηγαία τού προσφερόταν από το φυσικό του περίγυρο, ο οποίος έχει ρόλο να δίδει, να εμπλουτίζει, να εξυψώνει, να δημιουργεί ποιότητα, να διαμορφώνει προοπτική.

elia

Αυτή η πηγαία και πρωτογενής σχέση με τη φύση, προκύπτει μέσα από την ανάγκη επαφής με τα γήινα, από την ανάγκη επικοινωνίας με τα στοιχεία του φυσικού περίγυρου, τα οποία εξυψώνονται και τους αποδίδονται ιδιότητες και τιμές, ρόλοι και συμβολισμοί. Τα φυτά ως στοιχεία της φύσης, ανάχθηκαν σε σύμβολα, φορτίστηκαν με μύθους, περιβλήθηκαν με συμβολισμούς, αντιπροσώπευσαν αξίες, για κάτι κάθε φορά: η ελιά ταυτίστηκε με την υπομονή και την αντοχή, η δάφνη με την αμεροληψία, την ισχύ και τη σοφία, η λεύκα αποτέλεσε σύμβολο του κάτω κόσμου, ο κισσός συμβόλισε την αθανασία, η ροδιά επίσης την αθανασία, η βελανιδιά την ελπίδα και την μακροβιότητα, το πεύκο την αντοχή, το κλήμα την ευθυμία κ.ο.κ.

Από τα δένδρα τα ελληνικά, τρία ξεχωρίζουμε, στα οποία στάθηκε ιδιαίτερα ο Έλληνας –όχι ότι και τ’ άλλα δεν αγαπήθηκαν και δεν αποτέλεσαν μέρος του γίγνεσθαι και της πρακτικής του, αλλά να…, αυτά κάπως αλλιώς τα είδε και τα «έδεσε» με το βίο του, φέρνοντάς τα πιο κοντά του. Η ελιά, η δρυς και το πεύκο είναι τα δένδρα στα οποία μένουμε. Η ελληνική φύση, πλουσιοπάροχα τα παρείχε και οικεία έγιναν· δένδρα του Έλληνα, σε σημείο όμως που αποτέλεσαν μέρος της ιδιοχειρίας του! Τούτο οδήγησε σε οδυνηρές ανατροπές, σε ανομολόγητες καταστροφές.

Τα δένδρα-σύμβολα κατέπεσαν, απαξιώθηκαν κι αγνοήθηκαν, και ο μύθος (ή ο ύμνος, αν θέλετε…) για ότι πρέσβευαν, μετατράπηκε σε ανομολόγητο θρήνο για την απώλειά τους –ακόμα και η ελιά, δεν έχει την έννοια του «περιβολιού» του παρελθόντος. Ο Έλληνας προδόθηκε από τον κακό του εαυτό, από τα πάθη του, από τον «πυρετό του» γι’ ανάπτυξη, από τη μη λελογισμένη πρακτική του, και δεν είδε αυτό που θα έπρεπε: το υψηλό που οι φυσικές δημιουργίες περιέκλειναν, τις αξίες που αντιπροσώπευαν, τη σημαντικότητα της ύπαρξής τους. Έτσι, συνειδητώς ή ασυνειδήτως, ως ενεργός της πράξης ή αδιάφορος, έφθειρε και φθάρθηκε. Η σχέση του Νεοέλληνα με τη φύση κατέστη ελεγειακή, κατέστη ανοίκεια κι άστοργος.

Μνημειακές δρύες στο δάσος Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας (φωτογραφία: Απόστολος Τζογάνης).

Μνημειακές δρύες στο δάσος Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας (φωτογραφία: Απόστολος Τζογάνης).

Μολαταύτα, τα δένδρα αυτά, έμπηξαν τις ρίζες τους βαθιά στην ελληνική γη, τη «μάνα» γη, την αδυνατισμένη και κακοποιημένη από τις συνθήκες, και με δύναμη ψυχής την αγκάλιασαν και κρατήθηκαν! Έστω και λαβωμένα, έστω και κακοποιημένα, στα υποβαθμισμένα περιβάλλοντά τους άντεξαν. Μεγάλο το κουράγιο τους, μεγάλη η θέλησή τους για να «ζήσουν». Ξεπέρασαν μπόδια και πρακτικές καταστροφής, στάθηκαν ψηλότερα από τον κακό Έλληνα –που τόσο έφθειρε την ελληνική γη!..– κι έκαμαν το θάμα! Το ριζοβόλι τους τολμηρά πρόβαλε στην ξερή γη (παρά τα γύρω κακά), ο σπόρος τους ζωντάνεψε σε βράχους, σε στερημένους τόπους, σε σχισμές της γης, κει απ’ όπου ο άνθρωπος αποδίωξε τη ζωή, αφού πριν υπερεκμεταλλεύτηκε τους φυσικούς πόρους.

Τα δένδρα του Έλληνα είναι σημαντικά για την ελπίδα, για την ομορφιά, για την προσφορά τους στο φυσικό γίγνεσθαι, για το «ύψος τους». Είναι σύμβολα για ότι εννοούν, για ότι υποδηλώνουν, για ότι προσφέρουν. Νοιώθοντάς τα ο Έλληνας και συνειδητοποιώντας την αξία τους, κερδίζει, ανεβαίνει, ορθώνεται. Αναγεννάται εσωτερικά μέσα από τον επαναπροσδιορισμό της φύσης του.

Για να γενεί όμως αυτό, θα πρέπει πρώτιστα –ως διαχειριστής αγαθών και ως ψυχή του τόπου του– τούτο να πράξει: ν’ απελευθερωθεί από τον παραλογισμό των ψευδαισθήσεων, όρθιος στη ζάλη της ορμής να σταθεί και ν’ αναζητήσει το εμπρός του βαθύ και φωτεινό, που το προσπερνά. Καθαρά να δει τα γύρα κι όχι θολά, με την αυταπάτη της εκμετάλλευσής τους. Στ’ απλά θα βρει το νόημα, στα πηγαία, στα γήινα, στα ζωντανά του κόσμου του. Στη φυσική ύλη κι όχι (μόνο) στην τεχνητή (που, στο επίπεδο της τέχνης και της πρακτικής, δίνει νόημα στην ύπαρξη). Σε αυτά που δεν υπολογίζει να στραφεί, κι όχι σε ότι υπολογίζεται και τιμάται, που μόνον εργαλειακό χαρακτήρα έχει στη ζήση του…

Είναι, βέβαια, δύσκολο στους σήμερους καιρούς ο Έλληνας να νοιώσει τον τόπο του, να προστατεύσει τα δένδρα του, να τα «ζήσει», διότι έχει απομακρυνθεί από την ύπαιθρο, από τον περίγυρό του, γιατί η χώρα του «στένεψε», έγινε «μικρή» και «λίγη». Γι’ αυτό στ’ άμεσά του μένει, στα πολύ κοντινά του, γιατί σε (με) αυτά λειτουργεί. Η γρήγορη και περιστασιακή απόλαυση καθορίζει κατά βάσιν τη σχέση με το φυσικό περιβάλλον του. Είναι μια σχέση άνευρη, ψυχρή, χωρίς ουσία. Από αυτήν λείπει η νοιάξη, το δέος για το φυσικό περίγυρο, η αίσθηση για το όλον. Τούτο, ως ένα βαθμό δικαιολογείται, αφού λείπουν τα βιώματα, οι κοινές πορείες με τον κόσμο της υπαίθρου, η επαφή με τον έξω από την πόλη κόσμο.

Η τόση απόσταση όμως, αποτελεί μια σύγχρονη πραγματικότητα (τραγικότητα αν θέλετε…) που οδηγεί σε αποδομήσεις και καταστροφές. Αφού λοιπόν ο Έλληνας δε μπορεί να ζήσει (με) τη φύση, τουλάχιστον ας τη συναισθανθεί επιδιώκοντας την επαφή μαζί της, με βάση το πρωτογενές, το μητρικό στοιχείο της σχέσης του μαζί της. Ας τη δει αξιακά, και ως Ιδέα ας την προσεγγίσει. Ας την οικειοποιηθεί μαθαίνοντάς την, σπουδάζοντάς την. Βέβαια, τούτο προϋποθέτει έναν επαναπροσδιορισμό του και μιαν άλλη αντίληψη θεώρησής της· μιαν άλλη σκέψη και πράξη γι’ αυτή. Η σπουδή της σ’ ένα τέτοιο επίπεδο αποτελεί το όμορφο πράξιμό του στην αναγκαία –μα, αλί, μη συνειδητοποιήσιμη– σχέση του μαζί της.

peuka

Πολλές φορές, έννοιες όμορφες καταπέφτουν γιατί δεν τις «σπουδάζουμε», γιατί δεν τις δίδουμε την αξία που τις πρέπουν. Ιδού: τι είναι μήτρα, τι κλήρα, τι αγκαλιά; Η «μάνα» γη είν’ αυτά, μαζί με τα γύρω όμορφα του φυσικού κόσμου, με τα ταπεινά της ψυχής. Εάν τ’ απλά ο Έλληνας αρνηθεί, τα γύρα του δε δει και δεν τα νοιώσει, εάν τ’ αγνοήσει, τότε …πάει, χάθηκε το όνειρο, έσβησε η ελπίδα για ένα μέλλον στη γη. Στα μικρά και σκοτεινά θα χαθεί που, αλί, πολύ υπολογίζονται στους σήμερους καιρούς!..

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *