θύμησες-Πασχαλινές σχολικές διακοπές στο χωριό

Το πρωί του Σαββάτου του Λαζάρου, φόρτωνε ο πατέρας μου το Φιατάκι με όλα τα χρειασίδια φόρτωνε και μας τα κοπέλια και τη μάνα μου, κάναμε απαραίτητα το σταυρό μας και ξεκινούσαμε από τη Χώρα για την (Ε)Αρμάχα. ΔΙΑΚΟΠΕΣ!!

Συνήθως γυρνούσαμε από τα Σπήλια για να βεβαιωθεί η μάνα μου ότι είχε βγάλει το σίδερο από την Πρίζα..

Αφού σταματούσαμε δυο τρεις φορές στη διαδρομή (κοπέλια και μας πειράζανε οι στροφές) νεδιάζαμε στον Άγιο Χαράλαμπο…που ξανακάναμε υποχρεωτικά το σταυρό μας…

Παρκάραμε απ΄ όξω από τση Μαρινιάς,

«Σταθείτε να ξεφορτώσομε» φώναζε η μάνα μου,  παίρναμε γερά γερά ότι μπορούσαμε, και γλακούσαμε στης γιαγιάς, στου Βασιλικού (Παππού δε γνωρίσαμε) Είχε ανοιχτή την ξύλινη αυλόπορτα, στερεωμένη με μια πέτρα. Συνήθως ήταν και η Ζηδιανοβαγγελιά για τα καλωσορίσματα.

Αφού τη χαιρετούσαμε πάλι γερά- γερά, αφήναμε όπως όπως τα πράματα (και σχολικές τσάντες με βιβλία που τις παίρναμε όταν φεύγαμε ανέγγιχτες από το ίδιο σημείο) και γλακούσαμε σαν τους κουζουλούς να βρούμε τα κοπέλια του χωριού.

Ο αδερφός μου πήγαινε στ΄ αχύρια και μάζωνε τ΄ αυγά μα εγώ επήγαινα στη Άννας του Ταξιτζή και στου Βαγγελιού τση Φροσύνης.

«Ήντα θα γκινιάσεις?» Ήταν η πρώτη ερώτηση τση Άννας.  Ήταν υποχρεωτικό να γκινιάσομε παπούτσα και ρούχα τη μέρα τση Λαμπρής…

Όλα τα κοπέλια πηγαίναμε με ολοκαίνουρια ρούχα στη Δεύτερη Ανάσταση στον Αφέντη Χριστό!.

Κάθ΄ αργά πηγαίναμε στην εκκλησία

Μεγάλη Δευτέρα , μεγάλη μαχαίρα

Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρίθη

Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός εχάθη

Μεγάλη Πέφτη ο Χριστός ευρέθη

Μεγάλη Παρασκευή ο Χριστός στο καρφί

Μεγάλο μου Σαββάτο και πως θα σε περάσω, απού ΄ χεις πέντε ταχινές και πέντε μεσημέρια και πέντε απομεσήμερα και πάλι έχεις μέρα.

Όλη μέρα γυρίζαμε από το ένα σπίτι στο άλλο , από το ένα μαγαζί στο άλλο, από το ένα χωράφι στο άλλο, από το ένα αχύρι στο άλλο, τρώγοντας φλόκες, λουκούμια , βανίλια και πίνοντας λεμονάδες…

Πηγαίναμε στον Άγιο Χαράλαμπο και παίζαμε μπάλα και σφίξα στα σκαλούνια του σκολειού…

Η Μεγάλη Βδομάδα κυλούσε για μας τα κοπέλια ευχάριστα αλλά αδιάφορα ως προς το Θείο Δράμα μέχρι  τη Μεγάλη Πέμπτη.

To πρωί όλα τα κοπέλια και σχεδόν όλο το χωριό κοινωνούσαμε.

Θυμούμαι μικιό κοπέλι , επήγα στο σπίτι της Αντωνίας του Παπά και εκεια ήτανε μαζωμένες οι κοπελιές του χωριού, η Αντωνία και η Κατερίνα  του Μηνά, η Καίτη του Παπά Μιχάλη και θαρρώ πως ήτανε και η Πόπη του Χατζομανώλη  και φτιάχνανε το Στεφάνι της Μεγάλης Πέμπτης. Φτιάχνανε και κολαίνα με λεμονανθούς. Δεν είχα φαίνεται ξαναδεί αλλά υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως άμα μεγαλώσω και γίνω κοπελιά θα φτιάχνω το Στεφάνι…

images (2)

Μαζευόμασταν τα κοπέλια, στο σπίτι της γιαγιάς μου , κόβαμε  μαντιλίδες και δυο τρεις γαρυφαλόβιολες και φτιάχναμε το Στεφάνι! Το βράδυ ανέβαινα σε μια καρέκλα και το έβαζα στο Σταυρό. Ένοιωθα πιο υπερήφανη από όταν έλεγα ποίημα σε σχολική εορτή, ένοιωθα ευτυχισμένη γιατί  ακολουθούσα με επιτυχία την παράδοση των κοριτσιών του χωριού…  Τη βαριά  για τα παιδικά μου μάτια δουλειά του καρφώματος στο Σταυρό του Σώματος του Ιησού την είχε αναλάβει ο αείμνηστος Κωστάνος.

Ένας ένας καρτερικά προσκυνούσε το Χριστό ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον προίκιζαν , καρφιτσώνοντας χαρτονομίσματα…

Γυρνώντας στο σπίτι έβλεπα τα κόκκινα αυγά βαμμένα ( χαιρόμουν πάρα πολύ αλλά το πως και το γιατί δεν με ενδιέφερε καθόλου).

15

Τη Μεγάλη Παρασκευή τρώγαμε χοχλιούς βραστούς με το ξύδι , « μασήτε καλά μη συρθούν στην κοιλιά σας και σκεπάσε τε τους  με ψωμί» έλεγε ο πατέρας μου και γω τον πίστευα…

Τα κοπέλια χτυπούσαμε όλη μέρα την καμπάνα πένθιμα. Λέγαμε και κάλαντα «σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα ..»αλλά με στεναχωρούσαν οι στίχοι …..και ακόμη με στεναχωρούνε…

Πηγαίναμε και κόβαμε από όλες τις αυλές των σπιτιών τα λουλούδια και η εκκλησία γέμιζε χρώματα και μυρωδιές. Δε θυμούμαι να στόλισα επιτάφιο, μόνο ματσάκια έκανα,   πρασινάδα, αρισμαρί και ένα λουλούδι… Τον στόλιζαν οι  γυναίκες του χωριού, πιο ψιμιδευτές φαίνεται από μένα… Ύστερα πηγαίναμε στο νεκροταφείο ν΄ ανάψουμε το καντήλι του παππού που ποτέ δεν είχα γνωρίσει…

Επιτέλους λέγαμε τα εγκώμια, και άρχιζε η περιφορά του επιταφίου!!! Σε όλο το χωριό!! Όξω από κάθε σπίτι ο νοικοκύρης άναβε μια μικρή φουνάρα σαν αυτή της Ανάστασης αλλά πολύ μικρή, αν έκανε κρύο πυρωνόμασταν και μια ολιά. Θυμιάζανε οι νοικοκυρές και μνημόνευε ο παπάς. Ήξερε όλα τα ονόματα και των ζωντανών και των πεθαμένων.

Μεγάλο Σαββάτο και έσφαζε ο πατέρας μου έσφαζε  το αρνί , που άλλες φορές το είχε μεγαλώσει η γιαγιά και άλλες το αγόραζε από το παζάρι στο Αρκαλοχώρι.

Ύστερα έπαιρνε η μάνα μου τα εντόσθια τα έπλενε και τα γύριζε με τον αρδαχτο . (αντικείμενο που τύλιγαν  τα μασούρια για τον αργαλειό) και τα έκανε γαρδούμια. Τα μαγείρευε σούπα , τηγάνιζε και το σκώτι , έκανε ( ως φαίνεται γιατί εγώ γύριζα όλη μέρα) καλιτσούνια με μυζήθρα και αβάρσαμο.

Οι άντρες κουβαλούσανε ξύλα να κάψομε τον Ιούδα!!! Όσο πιο μεγάλος ο σωρός τόσο πιο υπερήφανη ένιωθα! Αφού μπανιαριζόμασταν ( απαραίτητα το Μεγάλο Σάββατο και ποτέ τη Μεγάλη Παρασκευή) πηγαίναμε με τη λαμπάδα στην εκκλησία!!! Επιτέλους!!! Ο Παπάς έλεγε το Δεύτε λάβετε Φως!!!! Επιτέλους έλεγε το Χριστός Ανέστη!! Επιτέλους καίγαμε τον Ιούδα!!!

Επιτέλους  τσουγγρίζαμε τα κόκκινα αυγά , πέφταμε με τα μούτρα στη σούπα…και  κοιμόμασταν για να ξυπνήσουμε με μόνη έννοια να χτυπήσομε την καμπάνα χαρμόσυνα και να γκινιάσομε τα καινούρια μας ρούχα!!!!

Το δεύτερο Χριστός Ανέστη το κάναμε στον Αφέντη Χριστό.  Κάναμε και Χριστός Ανέστη στον Παπά, που κρατούσε το Ευαγγέλιο. Προσκυνούσαμε το Ευαγγέλιο πρώτα, μετά τους ώμους του παπά και το χέρι.. Δε θυμούμαι  με πια σειρά και δεν ξέρω αν τα κατάφερα ποτέ να το κάνω σωστά… Είχαν φέρει τυριά , αυγά, κουνέλια , όρνιθες και κάναμε μια μικρή δημοπρασία! Ήθελα πάντα να πάρω ένα τυρί!! Δεν ξέρω αν ήταν ευλογία αλλά σίγουρα ήταν πολύ νόστιμο!!!

Και το Πάσχα περνούσε τόσο γρήγορα…

 

1379547_10200157956271865_1155709518_nΘύμησες της Βασιλικής Παπουτσάκη…..

Αφιερωμένο στην Άννα που έφυγε νωρίς…..

 





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *