Με οδηγό τους στίχους του Γιώργου Λεμπιδάκη- ΕΣ ΑΓΟΡΑΝ ΠΛΗΘΟΥΣΑΝ

Της Βούλας Επιτροπάκη:

Ποιητικός περίπατος ΕΣ ΑΓΟΡΑΝ ΠΛΗΘΟΥΣΑΝ,

με οδηγό τους στίχους του Γιώργου Λεμπιδάκη.

 

[Το κείμενο αποτελεί εισήγηση της Βούλας Επιτροπάκη κατά την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του Γιώργου Δ. Λεμπιδάκη ΕΣ ΑΓΟΡΑΝ ΠΛΗΘΟΥΣΑΝ (εκδ. Το Ροδακιό, 2015), που οργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου υπό την αιγίδα του Λυκείου Ελληνίδων Ηρακλείου, στην αίθουσα του Δημοτικού Μεγάρου επί της οδού Ανδρόγεω, την 29-1-2016. Τα ποιήματα απήγγειλε η δικηγόρος κα Ελένη Καρακωνσταντάκη.]

 12

 

Ουρανούς και γη κινώ/ ψάχνω και παλιούς παπύρους/ Ησιόδους και Ομήρους/

για ένα λόγο ταπεινό/

/ Θα ’χα προ πολλού πετάξει/ τόμους, νόμους και χαρτιά/ να τα κάψω στη φωτιά/

αν ο λόγος ήταν πράξη.

Με το ποίημα αυτό μεταξύ άλλων, συμμετείχε ο συνάδελφος ποιητής Γιώργος Δημητρ. Λεμπιδάκης στην ανθολογία δικηγόρων-ποιητών, που εξέδωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου, το 1992, με τίτλο Απόπειρες κατά συρροήν.

Τον Γιώργο Λεμπιδάκη συναντούμε να δημοσιεύει χρονογραφήματα[i] και ποιήματα στον Κρητικό Παλμό και άλλα φοιτητικά περιοδικά της πρωτεύουσας, στις εφημερίδες Ηρακλείου Μεσόγειος και Πατρίς, καθώς και σε λογοτεχνικά περιοδικά, όπως της «Παγκρήτιας Ένωσης Λογοτεχνών» και στο περιοδικό Όστρια του «Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Ηρακλείου». Τον συναντούμε επίσης, να συνδιοργανώνει ποιητικές εκδηλώσεις επί δικτατορίας,[ii] να δημιουργεί ως στιχουργός, πάνω σε μελωδίες του γνωστού συνθέτη Γιώργου Σταυριανού, να γράφει στίχους για θεατρικές παραστάσεις,[iii] να πρωταγωνιστεί σε άλλες[iv],  να ανεβάζει ο ίδιος παρλάτες[v] και σατυρική επιθεώρηση[vi] , αλλά και να ζωγραφίζει με επιτυχία – ήδη από τα μαθητικά του χρόνια – μάλιστα δε εξαιρετικά πορτραίτα[vii]  και να λαμβάνει μέρος, με πολλά έργα: σε δύο εκθέσεις του συλλόγου ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ το 1968, 1969, καθώς και στην έκθεση εικαστικών του «Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου» στη δημοτική αίθουσα της οδού Ανδρόγεω Ηρακλείου, το έτος 1995.

Ποιήματα του Γ. Λεμπιδάκη υπάρχουν δημοσιευμένα στο διαδίκτυο,[viii] και έχουν λάβει βραβεία, διακρίσεις και μετάλλια από το Δήμο Ηρακλείου, το Δήμο Αγίου Νικολάου και άλλους φορείς. Το 2007, ποιήματά του συμπεριελήφθησαν στην Ανθολογία Κρητικής Ποίησης 1950-2007 του «Συμποσίου Ποίησης», εκδ. Αθηνών, Ταξιδευτής.

Το παρουσιαζόμενο βιβλίο, με τίτλο ΕΣ ΑΓΟΡΑΝ ΠΛΗΘΟΥΣΑΝ, εκδόθηκε το 2015 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό της Αθήνας.  Πρόκειται για μια τριμερή ποιητική συλλογή, που χωρίζεται θεματικά στις ενότητες: ΕΣ ΑΓΟΡΑΝ ΠΛΗΘΟΥΣΑΝ – ΕΥΤΕΡΠΗΣ ΚΛΗΣΙΣ – και ΟΔΟΣ.

Ι.

Θα επιχειρήσουμε να περιηγηθούμε σύντομα την Πλήθουσαν αγοράν, όπου κινείται ποιητικώς και συγγράφει ο Γιώργος Λεμπιδάκης, με χάρτη/ οδηγό τους ίδιους τους στίχους του, και με μια εξ αρχής ποιητική του υπόμνηση, που μας βοηθά στην ενσυναίσθηση του περιπάτου: Της αυτοπεποίθησης το Χάρτη/ μην τον εμπιστεύεσαι καθόλου/ ύψωσε το πνεύμα σου κατάρτι/ μεταξύ υγρού κι ουράνιου θόλου. (Potestas Dei, σ. 22).

Η αγορά που κινούμαστε με τον ποιητή σφύζει από μεγάλο αριθμό προσώπων και πραγμάτων. Η πληθύς μας κάνει εξ αρχής να εννοήσουμε ότι πρόκειται, όχι για μια υπαίθρια αγορά, αλλά για αγορά πόλης. Άνθρωποι συγκεντρωμένοι, αφθονία αγαθών, πληθώρα γεγονότων: Άρρην Αήρ/ εκ των ορέων/ θροϊζει κόμας/ κορών ωραίων.

Αλλά και τα κτίρια που περιβάλλουν την αγορά, μας υποδηλώνουν σύγκλιση πολιτισμών: Από τ’ αρχοντικού το δώμα/ στο βάθος της φτωχιάς αυλής/ πώς γίνεται άρωμα και χρώμα/ το φέγγος της ανατολής!

Από την αρχαία Ελλάδα, ως γνωστόν, η αγορά της πόλης αποτελούσε κέντρο οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής. «Συνάθροιση λαού» κατά την αρχική της σημασία, συνεκδοχικά δε, και τόπο συγκέντρωσής του, (< άγω «οδηγώ» και αγείρω «συναθροίζω», εξ ου και άγυρις «συγκέντρωση», απ’ όπου προέρχεται το αγοράζω, αλλά και αγορεύω «λέω τις απόψεις μου δημόσια»). Μέχρι σήμερα, η έννοιά της συμπεριλαμβάνει, εκτός από την απόκτηση ειδών αντί καταβολής και το σύνολο των εμπορευμάτων πόλης ή χώρας, αλλά και το σύνολο των συνθηκών που διέπουν τις συναλλαγές, όπως επίσης και το μηχανισμό που κινεί την επικοινωνία παραγωγών και καταναλωτών, φθάνοντας ως την σύγχρονή μας «Κοινή αγορά», με τη σημασία διακρατικής, οικονομικής ένωσης. Αν όχι απαραίτητα «λαϊκή» (με τη σημερινή, ταξική έννοια του όρου), είναι χώρος συναλλαγής των πολιτών σε κάθε περίπτωση, τόσο καθοριστικός, ώστε όριζε και τον χρόνο της ημέρας: αγοράς πληθούσης σήμαινε «περίπου μεσημέρι», όταν δηλ. ήταν γεμάτη κόσμο. Αντίθετα, αγοράς διάλυσις εννοείτο ο αμέσως μετά το μεσημέρι χρόνος.

Ο περίπατός μας, επομένως, ξεκινάει σε μεσημβρινό χρόνο της ημέρας και κατ’ αρχήν, είναι μια περιήγηση στα «κοινά».

Στην έννοια, όμως, του κοινού, του δημόσιου, ας μην ξεχνάμε, ενυπάρχει πάντοτε, η Μνήμη. Η Μνήμη δημιουργεί και οργανώνει την κοινωνία και την Ιστορία της, που δεν είναι άλλη από την αγωνία και τους αγώνες της ανθρωπότητας μέσα στο χρόνο.

Ας κάνουμε μια παρέκβαση εδώ, να θυμηθούμε ότι, το ενδιαφέρον σημείο, ο κοινός ανθρώπινος τόπος όπου δίδεται αυτός ο αγώνας, το σημείο μάχης, το σημείο της Σκηνής ήταν πάντα ένας (αγωνιστικός) κύκλος. Ήδη από την αρχέγονη εποχή, ένας κύκλος χαραγμένος στο  έδαφος. Γύρω από αυτόν, ένας κύκλος προσώπων. Σε αυτή τη συνάθροιση σημείων και προσώπων συντελείται ο «αγών», που σήμαινε συγκέντρωση προσώπων ¨για¨ κάτι, συνήθως για αγωνίσματα. Ο αγώνας όμως, δεν γίνεται μόνο “για” κάτι αλλά και “σε” κάτι και “με” κάτι. Τι είναι αυτό που κάθε φορά διακυβεύεται; Τα αγωνίσματα και οι καρποί της νίκης, συνδέονταν πάντα με κάτι περισσότερο από την τιμή: στον ανταγωνισμό, στο ποντάρισμα των ορίων, όσων συμμετείχαν, αλλά και του ίδιου του αγώνα και των κανόνων του. Έτσι συνδέθηκε ο αγών με την αγωνία, που αρχικά σήμαινε μόνο αγώνα, αλλά αργότερα «επιθανάτια αγωνία» και φόβο, δηλαδή “συγκίνηση” – για να θυμηθούμε τον Δημοσθένη και τον Αριστοτέλη.[ix]

Από τον αγώνα της φύσης (φιλότης και νείκος του Εμπεδοκλή) έως τον αγώνα ανθρώπων και κοινωνιών (Πατήρ πάντων ο αγών, του Ηράκλειτου), έχομε ως δεδομένη την αγωνιστική βάση του πολιτισμού.

Γεγονότων ροή/ φόβος, βία, βοή/ η παρούσα Ζωή./ …/ / γόοι, θρήνοι, κλαυθμοί/…/ Βίος έμπονος/ πάλιν και πάλιν/

δια του Άρτου την πάλην./…/

– μας λέει στο ποίημα Η ΟΝΤΩΣ ΖΩΗ ο Γιώργος Λεμπιδάκης. Και στο ποίημα ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ. [σ. 57]:

…/…/ ψεύτικα ματοτσίνορα/ και μπούκλες/

στη διάθεσή σας/ προϊόν και πωλητής/

μα η πληρωμή να γίνει/ μόνο μετρητοίς!

Ο τρόπος του αγώνα της κοινής διαβίωσης διαμόρφωσε τα όρια της ελευθερίας προς χάριν του συνόλου, δικαιώματα, υποχρεώσεις, έθιμα. Το έθιμο δημιούργησε σύστημα κανόνων, δίκαιο, φτάνοντας στη θέσπιση νόμων, στην παραγωγή θετού δικαίου, στη διακυβέρνηση της κοινότητας που έγινε πόλη, των πολιτών, με όλα τα σχετικά παράγωγα: πολιτισμός, πολιτεύομαι, πολιτική, πολίτευμα και στη συνέχεια πολιτείες λαών, εθνών, κρατών, σε όλη την παγκόσμια σκηνή – που δεν παύει να παραμένει έως και σήμερα μια σκηνή αγώνα. Και ήρθαμε στην έννοια της πόλης, που το πρώτο νόημά της ήταν συγκρότηση και δράση πολιτών, αλλά και φρούριο, κάστρο, οχυρή ακρόπολη που φύλασσε τα ιερά.

Στην έννοια του κοινού, του δημόσιου, επομένως, ενυπάρχει πάντοτε, τόσο η συλλογική Μνήμη, όσο, συχνότατα και η τελετουργική, θρησκευτική, επομένως και ατομική μνήμη.

Στη σχέση αυτή, του δημόσιου βίου με την ιδιωτικότητα, μας εισάγει άλλωστε, το εξώφυλλο του βιβλίου, που φιλοτέχνησε ο Δημήτρης Χαντζόπουλος, το οποίο μας παρουσιάζει την εικόνα ενός «μοναχικού» – θα  λέγαμε – πήλινου ειδωλίου της αρχαιότητας, μιας πήλινης κούκλας με κινητά μέλη, (όπως το κωδωνόσχημο ειδώλιο των Θηβών του 7ου π.Χ. αι., που ενέπνευσε για τη δημιουργία του Φοίβου και της Αθηνάς, τις μασκότ των Ολυμπιακών αγώνων 2004).  [Οι πήλινες πλαγγόνες ή νευρόσπαστα με κινητά μέλη, που ονομάζονταν και δαίδαλα (από το μεγάλο αθηναίο γλύπτη, που τους πρόσθεσε γυάλινα μάτια και αρθρώσεις για να κινούνται), ως άλλες μαριονέτες, εξυπηρετούσαν την ψυχαγωγία (για παιχνίδι ή κουκλοθέατρο), αλλά και τελετουργικούς σκοπούς, ως κτερίσματα ή αφιερώματα σε ιερά. Είναι προφανής η σχέση τους με τα σημερινά λαϊκά έθιμα και τελετές, όπως τον Ιούδα ή την ιερή κούκλα των Σαρακατσάνων κ.λπ.]

Η σχέση, λοιπόν, συλλογικής μνήμης με την ιδιωτικότητα παρουσιάζεται ως εξ αρχής δεδομένο στο βιβλίο και στον περίπατό μας. Διότι οι συναθροισθέντες στην πλήθουσαν αγοράν αποτελούν και τον έναν έκαστον του ιστού της. Γίνονται δε, όλο και περισσότεροι, την καθιστούν διαρκώς μεγαλύτερη/πλήθουσα, την πληρούν. Γεμίζουν τους δρόμους, ώστε, Τα πάντα τώρα διεξάγονται στους δρόμους./

Εκεί την πείνα μας θα ξεγελάσουμε/

εκεί μια κόκα κόλα/ αφρίζουσα υπερφίαλα/

τη δίψα μας υπόσχεται να σβήσει…

Εκεί ακκίζεται φιλάρεσκα/ η εφήμερη λαγνεία των σωμάτων/

γιατί κι ο έρωτας προσφέρεται εκεί/…/

Εκεί εκδίδεται η Πολιτική/…

Εκεί την τελευταία τους πνοή/ αφήσαν φίλοι/ …

Η πληθώρα των αγαθών, δεν προκαλεί, απαραίτητα, και αισθήματα πληρότητας, χαράς για τους ανθρώπους της. Στο ποίημα ΕΣΩ ΠΤΩΧΕΙΑ, ο Γ. Λεμπιδάκης μας εξηγεί ως αιτία, την πτωχεία εκ του επενδύειν τοις πράγμασιν. [Κατά τα λεξικά της αρχαίας ελληνικής, «παρέχω τινί πράγματα» σημαίνει «ενοχλώ». Ας θυμηθούμε όμως και όλες τις εκδοχές της λέξεως «απορία»!] Οι στίχοι μας ερμηνεύουν ότι, η πενία προέκυψε, Ως μας εκκένωσεν/ ασκόπως άμεσος/ των έξω πλήρης/ κατόπτευσις/ – άγνοια των έσω –. Και μάλιστα, κατά τρόπον ώστε, αυτή η εσωτερική άγνοια, να παρασύρει τους καταναλωτές που διαβιώνουν χωρίς ενσυναίσθηση της Ολότητας,[x] κάνοντάς τους αναζητητές, επαίτες του εφήμερου στα πεζοδρόμια της αγοράς – σύμφωνα με το ποίημα ΕΣ ΑΓΟΡΑΝ ΠΛΗΘΟΥΣΑΝ, ομότιτλο και εισαγωγικό της συλλογής.

Γιατί όμως, παρά την πληθώρα των αγαθών – παρ’  όλ’ αυτά – έχει συμβεί αυτό το αποτέλεσμα; Στο ποίημα ΠΑΡ’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ αναλύονται οι συνθήκες. Ο κορεσμός πραγμάτων και αγαθών μας κρατεί μέσα στην καταπακτή, ΔΕΣΜΩΤΕΣ – κατά τίτλο άλλου ποιήματος: /…/ ημιεξόριστοι μ’ ελευθερία παραδόξως/ απεριόριστη/ κρατούμενοι χωρίς/ δικαστική απόφαση/αντί για χάρη αναζητούμε/κάποια πρόφαση / κι ενώ το σπίτι ήταν γεμάτο αγαθά/ με ξυλοκέρατα χορταίνουμε και …θα.

Ενώ, συγχρόνως, στην αγορά και ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ:

Εκεί την τελευταία τους πνοή/ αφήσαν φίλοι/ …

να εννοήσουν μη μπορώντας/ ότι το σπίτι, το όποιο σπίτι/

μικρό υπόγειο ανήλιαγο/ ό,τι κι αν είναι, αποτελεί εστία/

/ Ίσως εκεί να κρύβεται η αιτία/ η αποτρεπτική της συμφοράς…

/ Στους δρόμους τα χαμόγελα χαράς/ σβήνουν αφού ανθεί η επαιτεία.

Έτσι, ο ΑΓΩΝΑΣ της ζωής αποβαίνει ΑΓΟΝΟΣ: Η ανάγκη την επιθυμία σβήνει/

και η ζωή μας από δέντρο γίνεται/ Προκρούστεια Κλίνη./

Βάρος στο βάρος άσκοπα προστίθεται/ ότι μια μέρα θα χαρούμε. μύθος;

/ κι έγινε το έργο που μας ανατίθεται/ Σισύφειος Λίθος./…

/Και αρμενίζοντας για το λιμάνι σου/ έδωσες, πήρες, άκουσες και είδες/

και ξαναζούν δρομείς αγώνα-άγονου/ οι Δαναϊδες.[xi]

(Το ιδιωτικό και το δημόσιο επανέρχονται επαναληπτικά σε όλη την έκταση του βιβλίου.) Ο ανθρώπινος αγώνας μάλιστα, συχνά βιώνεται από εμάς τους ίδιους απαρατήρητος, πλην όμως, έφτασε να γίνεται θέαμα, που καρπώνονται αρμόδιοι και που «προβάλλεται», παραδόξως το ίδιο «αθόρυβα», μέσα σε ένα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΤΕΜΕΝΟΣ, που δεν είναι άλλο από την τηλεόραση – όπως τιτλοφορείται και το σχετικό ποίημα.

Ώστε, παρά την παγκοσμιότητά του και τη συμμετοχή του μέσα στο πλήθος, ο άνθρωπος παραμένει τραγικά μόνος. Στο ποίημα ΛΑΪΚΑ ΣΙΝΕΜΑ, /… έργα προβάλλουν στις οθόνες/ την παρωδία της ζωής/ εκείνης που λουφάζει μόνη,/ στις πολυθρόνες….

ΙΙ.

Για το αποτέλεσμα όμως, όλων αυτών, ποια είναι η θέση του ποιητή; Μετέχοντας και ο ίδιος στην αγορά του άστεως, αντί άλλου, υποβάλλει ένα ΑΙΩΝΙΟΝ ΑΙΤΗΜΑ, απευθυνόμενος πλέον στη Φύση. Και εξηγεί: Κι αν οι μορφές μας μείνανε σπαράγματα/ /…/έτσι συμβαίνει στης ζωής τα πράγματα./ Αν ταπεινά δεχτείς τα ρήγματα/ τα ξέσματα του χρόνου τις αλλοιώσεις/ το ίδιο όπως και του χρυσού τα ψήγματα/ την άπειρη Αγάπη θ’ ανταμώσεις.

Αντί άλλης πρότασης δε, για να εκλείψει το αδιέξοδο, μας προτρέπει σε μια εσωτερική ΚΑΤΑΔΥΣΗ – κατά τίτλο ποιήματος. Κατάδυση στον εαυτό. Με εσωτερική έρευνα και ενσυναίσθηση, μπορούμε ίσως να φτάσουμε σ’ αυτήν τη μαγική λέξη, την έννοια της Αποδοχής της Φύσης του κόσμου και των πραγμάτων! Το εξαιρετικό ποίημα ΤΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΘΕΝΤΑ διαπνέεται από την αίσθηση αυτή, το οποίο και ο ίδιος ξεχωρίζει ως ποίημα-θέση του για τα πράγματα, την ποίηση και τη Ζωή.

Με την Αποδοχή των φυσικών πραγμάτων, ελευθερώνεται ο άνθρωπος από τα δεσμά των κοινωνικών υποχρεώσεων, των ενοχών, και μπορεί να πλέον να εκφραστεί, μέσω της Αγάπης και του Λόγου, ανοίγοντας τα φτερά του, χωρίς να απογοητεύεται από αθέμιτες πρακτικές συνανθρώπων ή της κοινωνίας. Διότι συμπεραίνει τα δεδομένα στις διαπροσωπικές σχέσεις,[xii] με βιωματική εμπειρία και τη λογική, κατακτώντας την αυτονόητη γνώση: / Τα σμήνη των χελιδονιών/ σου λεν την άνοιξη αγνάντα/ φαινόμενα όμως κι εποχές/ με τις ανθρώπινες ψυχές/ δεν μοιάζουν πάντα.

Με την αποδοχή του συνανθρώπου, η δύσκολη πραγματικότητα εγγράφεται στη Μνήμη ως φυσικό γεγονός:  Τώρα από σένα την οδύνη/ μόνο μπορώ να θυμηθώ/ η λίμνη κι αν τους κύκλους σβήνει/ την πέτρα κρύβει στο βυθό… Συγχρόνως, μέσω της Μνήμης, μαζί με τα γύρω μας πράγματα, αποδεχόμαστε και τον εαυτό μας, τη θνητότητά μας – αυτόν τον απαράβατο φυσικό νόμο, που καθορίζει την δικαιοσύνη μας, ατομική και συλλογική: Άφησες πίσω σου το χώρον/ του ανήκειν/ Την άνω σημειώσατε Νίκην. Και τα Πρόσωπα της Αγάπης αναγνωρίζουν πλέον τη φύση της ύπαρξής τους, που είναι κι αυτή πλασμένη από απλά, φυσικά υλικά: πέτρα, νερό και χώμα:  …./Η αγάπη ήταν χάρτινη/ στη βροχή την πρώτη έλιωσε…/ …ήταν μπρούτζινη/στην αρχή μονάχα έλαμπε/ ……/ η αγάπη ήταν πέτρινη/ και σαν τοίχος μας προστάτεψε/…/ ζωντανό νερό μας πρόσφερε/ …/ η αγάπη ήταν χωμάτινη/ κι όλους απαλά μας δέχτηκε/ μέσα της ως σπόρος φύτρωσε/ η αγάπη, είναι χωμάτινη.

Ανάμεσα, βέβαια, στις εκδοχές της αγάπης, και αυτή η ερωτική. Ο έρωτας στην ποίηση του Γ. Λεμπιδάκη βιώνεται σύμφωνος με τη δικαιοσύνη της Φύσης: ως ευχαριστία, με ανθρωπιά, ταπεινοσύνη, ακόμη δε και ως συγχώρηση. Εσύ μου δίνεις τη χαρά/ μ’ αφήνεις και καμιά φορά/ τον πόνο να με βασανίζει./ Ως και του κήπου η φυλλωσιά/ μαραίνεται χωρίς δροσιά/ μα με πολύ νερό σαπίζει…

Ερωτικοί στίχοι του βιβλίου είναι αφιερωμένοι στη σύζυγο του ποιητή κα Βασιλεία Μαλλιωτάκη. Στο ποίημα ΘΕΛΩ (δημοσιευμένο στην ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, σ. 286): Με το φως του ήλιου /τ’ ουρανού το χρώμα/ της αυγής τη δρόσο/ να ’σαι Συ το δέντρο/ να ’μαι ’γώ το χώμα/ κι όλα να Στα δώσω.

ΙΙΙ.

Έτσι βιώνουμε μαζί με τον ποιητή την κυκλική ροή του χρόνου, μεταβαίνοντας από την πλήθουσα αγορά προς τη μοναχικότητα και τανάπαλιν, μέσω της γραφής και της ποίησης, που αποτελεί εξομολόγηση και φέρνει δημιουργική γαλήνη:[xiii] Ψιχάλες πρώτες –/ του φθινοπώρου/ οι σκόρπιες νότες –/ πέφτουν στο δώμα/ το διψασμένο/ τις πίνει χώμα./ Χαμογελώντας/ βλέπεις, στο βάθος/ κάτι να μένει/ απ’ τη μεγάλη/ χαρά του θέρους/ πού ’ναι χαμένη…

Το χαμόγελο του ποιητή, δεν είναι άλλο από τη φευγαλέα Έμπνευση. Γιατί, μέσα στη ΣΙΓΗ …/ κάτι μεγάλο μυστικά δημιουργείται/ ολόιδια με το ζυμάρι/ που υπομονετικά φουσκώνει/ στη σκάφη μιας παλιοκαιρίτισσας κυράς…

Γι’ αυτό, ο ποιητής κάνει επίκληση στην κόρη του Δία και της Μνημοσύνης, τη μούσα  Ευτέρπη, προστάτιδα της αυλητικής τέχνης, να στέρξει, ευλογώντας τη Σιωπή.

Καλά κρυμμένος/ μαχαίρι λείαινα/ και παραφύλαγα/ να δω την ύαινα/

μα δε φαινότανε/ κι εγώ περίμενα/ θεριό, που λούφαζε

/ μόνο στα κείμενα.

Στη σκευή του έχει ήδη τη διακειμενική ποιητική γνώση: Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, Πολυδούρη, Βρεττάκος, αλλά και Καμύ και λοιποί ποιητές[xiv].

Μας εισάγει στο ποιητικό εργαστήρι του. Αν και έχει επίγνωση της ποιητικής δυνατότητας, που του επιτρέπει τον αυτοσαρκασμό, μας υποδέχεται με άκρα ταπεινοφροσύνη δια του εξαίρετου ποιήματος ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ. Μας ξεναγεί στους δαιδάλους της ποιητικής δημιουργίας, στην αιώνια “κειμενική” πάλη και στα προβλήματα μεταξύ μορφής και παρεχομένου. Σε όρους όπως αυτούς που οι ειδικοί της Λογοτεχνίας αποκαλούν “ισομορφισμό” και “ισομετρία”. Στα δύο εκ των ων ουκ άνευ μέρη, που συνιστούν την ποιητική Πράξη – όπως άλλωστε και κάθε πράξη: την ψυχική μαρτυρία και “σωματική” μορφή του ποιήματος. Κάτι ανάλογο δηλαδή, με ό,τι οι Ρωμαίοι νομικοί χαρακτήριζαν ως “corpus” και “animus testandi” της πράξης, οι δε σημερινοί λειτουργοί της δικαιοσύνης ως “αντικειμενική” και “υποκειμενική υπόστασή” της.  Το ποίημα Η ΡΙΜΑ αποτελεί την ποιητική απάντησή του επί των ερωτημάτων αυτών.

Με πεποίθηση δικαίου στους στίχους, μας κάνει αναφορά στον Μέγα Ποιητή του κόσμου.[xv]  Ως ακροατές-αναγνώστες όμως:

Εσένα που έπλασες τον κόσμο καλόν λίαν/

σε βλέπω αρχικά μ’ αμφιβολίαν/

προσπαθώντας να φύγω απ’ την κραιπάλη/

δίνει το όσιο με τ’ ανόσιο σκληρή πάλη/

μα (και) βοηθώντας με να στρέψω την παρειά/

μιαν ανεξήγητη μου δίνεις σιγουριά/…/…

Με τον τρόπο αυτό, μας εισάγει, σιγά-σιγά, στα αρχέγονα, θρησκευτικά χαρακτηριστικά της ποιητικής γλώσσας και εν γένει του Λόγου. Στο σύνδεσμο, δηλαδή, της θρησκευτικότητας με τη συναίσθηση της φυσικής δικαιοσύνης της Ύπαρξης. Το θρησκευτικό πνεύμα, αντιλαμβανόμαστε ξεκάθαρα, πως είναι σύμφυτο με τη γλωσσική λειτουργία!

Ας σημειωθεί ότι, η νομική παιδεία του ποιητή που ενυπάρχει στα κείμενα, συναντάται με άκρα διακριτικότητα, ώστε γίνεται αντιληπτή μόνο από τον υποψιασμένο αναγνώστη.

Από την επίκληση της μούσας-θεάς[xvi] και την ΙΚΕΣΙΑ του[xvii], από το ΜΟΝΑΧΟ ΓΛΑΡΟ ΣΤΗΣ ΛΑΜΠΑΣ ΤΟ ΦΩΣ[xviii], μέχρι τους Αθωνικούς στίχους[xix] και την ΑΣΚΗΤΙΚΗ[xx]– αποτέλεσμα επισκέψεων του ποιητή του στο Άγιο Όρος –, από  την απολογία του στον ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗ[xxi] έως την ακροστιχίδα ΙΣΑΑΚ (που έγραψε βασιζόμενος στο θεατρικό έργο του Αλέξη Μινωτή Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ), η πρόταση-θέση του ποιητή, ως ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ[xxii], τείνει στο θρησκευτικό πνεύμα του ιερού χαρακτήρα των Συμβόλων και της Γλώσσας. Μέσα στη Γλώσσα, και δη την ποιητική, ζυγίζεται και ισορροπεί η Ύπαρξη: Ξεπέρασες τον ακροβάτη/ που το κοινό του συγκινεί./ Μα μη σκεφτείς πως είσαι κάτι/ γιατ’ ίσως σπάσει το σχοινί.

Πριν την έξοδό μας από την οικεία ενδοσκόπηση προς τη βοή της αγοράς, έχουμε ήδη συμπεράνει αυτό που μας υπενθυμίζει ο ποιητής:

…/ Ό,τι τελείται εις την καθεδρικού ναού χλιδή/

μέσα στη φτωχική καλύβη συντελείται/…/…/

Διότι παρά τη διαφορά/ των δεδομένων/

ιδία μένει η πεμπτουσία/ των γενομένων.

Κατά την αναχώρηση, παραδίδει ένα γράμμα προς κάθε δημιουργό-ποιητή: /Γράμμα σ’ εσένα και σ’ εμάς/ που λέει πάντα να τολμάς/ αφού αγαπάς πολύ αυτό που κάνεις/ ας είναι το έργο/ για της Γοργόνας τα μαλλιά/ ή την περίτεχνη καδένα της Ροξάνης.

IV.

Αποχαιρετώντας το ποιητικό εργαστήρι του Γ. Λεμπιδάκη, και πριν ξαναγίνουμε ένα με το πλήθος της αγοράς, μας μένει η ευαισθησία και η ανθρωπιά του έργου, του ποιητή και ο σεβασμός στη γλώσσα. Ο ποιητής εκφράζεται με πολυτονική γραφή[xxiii], συχνά δε, με καθαρολογία. Η εντρύφηση, όμως, στην ύπαρξη, γίνεται με μόνιμη την αίσθηση της κοινωνικότητας, του διαλόγου και της παρουσίας του Άλλου, ως προσώπου που τον συνδέει με τη φύση, πριν την καταφυγή στο θρησκευτικό πνεύμα[xxiv], ώστε, το υποκειμενικό και αντικειμενικό, η μορφή και το περιεχόμενο ισοζυγίζονται σε άρτια ποιητική πράξη. Αυτό που τα συνδέει είναι η πηγαία φυσικότητα στο ρυθμό – μείζον στοιχείο της ποίησης. (Δάκρυα δε στεγνώνουνε/ κι οι καημοί δε λιώνουνε/ αν δε βγουν οι ήχοι μας/ έξω από τα τείχη μας.)

Μας μένει επίσης, ο δεξιοτεχνικός χειρισμός των λεκτικών συμβόλων, συνοδευόμενων από σκωπτικά, κριτικά και  γραμματολογικά στοιχεία, καθώς και η ευγνωμοσύνη του ποιητή προς έναν έκαστο των δασκάλων του, και προς τους γονείς του, στους οποίους είναι αφιερωμένο το βιβλίο.

Κλείνοντας τον περίπατό μας και πριν αποσυρθούμε, με τη διάλυσιν της αγοράς στην οικεία μοναχικότητα, ας δούμε τι μας φέρνει ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ του ποιητή Γιώργου Λεμπιδάκη, αφού του ευχηθούμε υγεία και συνεχή δημιουργικότητα.

…/ Για την Αλήθεια πολεμούμε/ την ειλικρίνεια πως ζητούμε/ λέμε. Μα δεν τολμούμε όμως / ν’ απαρνηθούμε την ψευτιά μας/ στα λόγια, τα έργα, τα χαρτιά μας…/…/ Αν ξέραμε το μήνυμα του γράμματος/ τη λύση θα εσήμαινε του δράματος… [Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, σ. 61]

Σας ευχαριστώ.

[i] Χρονογραφήματα με τίτλους «Η Κερά-Καλή», «Γεύση καραμέλας», «Το τάμα της Αντιγόνης» και «Πνεύμα την ύλη ζωογονεί», στις εφημερίδες Ηρακλείου Μεσόγειος και Πατρίς.

[ii] όπως την ποιητική εκδήλωση της 29-8-1973, στο αίθριον του τότε ΞΕΝΙΑ Ηρακλείου, με θέμα Καρυωτάκης-Πολυδούρη στη ζωή και στην ποίηση και με αξιοσημείωτη προσέλευση εκλεκτού κοινού, εν μέσω δικτατορίας.

[iii] όπως η Φαύστα του Μποστ, που ανέβασε ο «Δικηγορικός Σύλλογος Ηρακλείου» το 1993, σε σκηνοθεσία του σκηνοθέτη-δικηγόρου Γιώργου Μαρκόπουλου.

[iv] όπως: Η Επέτειος του Αντ. Τσέχωφ, επίσης από τον Δικηγορικό Σύλλογο Ηρακλείου, σε σκηνοθεσία του δικηγόρου-Προέδρου κατόπιν του Δ.Σ.Η., Στέλιου Καστρινάκη. Το Στίγμα (η ζωή του Σίμωνος του Κυριναίου), από την «Ορθόδοξη Χριστιανική Γωνιά», το 1973, στην Αθήνα. Οι Τρίτοι στη Ζωή μας της Ξανθούλας Παπουτσή, από την «Ορθόδοξη Χριστιανική Γωνιά», το 1973. Το 1977 συμμετείχε στο έργο Υπηρέτρα του Αλ. Παπαδιαμάντη, από την «Ορθόδοξη Χριστιανική Γωνιά». Ως πρωτοετής φοιτητής Νομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, συμμετείχε στην παράσταση Ο Παπαφλέσσας του Μελά, που ανέβασε ο «Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος» στο Ηρώδειο, το1971.

[v] Ηράκλειο, ΑΚΤΗ ΖΕΥΣ, 1980-81: παρλάτες με τίτλους «Σ’ αγαπώ» και «Καλώς όρισες Άνοιξη».

[vi] Το 1978-9, στο Κιλκίς, ως στρατευμένος, ανέβασε σατυρική επιθεώρηση μαζί με τον δημοσιογράφο Γιάννη Ριζόπουλο.

[vii] βλ. π.χ. πορτραίτο του Αϊνστάιν με την τεχνοτροπία του πουαντιγισμού.

[viii] <www.alkman.gr > κ.λπ.

[ix] Γιόχαν Χουϊζινγκα Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Homo Ludens), μετ. Στ. Ροζάνης – Γερ. Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Γνώση, σελ. 75 επ.

[x] … ο γνώριμος τόπος / λες να έμεινεν όπως/ τον αφήσαμε τότε;/ να γυρίζαμε πάλι/ μα χαμένος ο κόπος (!) [ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΜΑΣ ΕΙΚΟΝΑ (σ. 42)]

[xi] Κατά τη μυθολογία, οι πενήντα κόρες του Δαναού, οι οποίες, επειδή σκότωσαν τους άνδρες τους την πρώτη νύχτα του γάμου τους, καταδικάστηκαν να γεμίζουν αιωνίως στον Άδη με νερό ένα πιθάρι χωρίς πυθμένα (Λουκιαν. Τίμων, 18).

[xii] …/…/ Την καταιγίδα πάντα τη φοβόσουνα/ κι οι κεραυνοί σου προξενούσαν ρίγη/ η αγκαλιά που «αυθόρμητα» σ’ ανοίχθηκε/ αυτή η ίδια αγκαλιά σε πνίγει… [ΔΙΚΟΙ ΣΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (σ. 56)]

Για να βρεις κυνήγι/ με τύχη ολίγη/ η νύχτα πριν φύγει/ να περιπολείς./ Μα δε λεν τα βιβλία/ πως είν’ η φιλία / πιο εύκολη λεία/ και πιο ασφαλής. [ΘΗΡΑΣ ΟΔΗΓΟΣ (σ. 53]

[xiii] Στο ημίφως θα συναντηθούμε./ Μήτε στο φως που το κακό σκληρά προβάλλει/ μήτε και στο σκοτάδι πάλι/ που έχει τ’ άσχημο μαζί με το καλό/ το ίδιο σκεπασμένα./ Το ημίφως μ’ αναπαύει εμένα… ΣΤΟ ΗΜΙΦΩΣ, σ. 49.

[xiv] βλ. ποίημα ΕΜΠΝΕΥΣΗ, σ. 54. Επίσης: Κοιτώ τους τραγικούς Σισύφους/ ευρισκομένους εν ακμή –/ αστέρες πνεύματος και … ύφους/ που δικαιώνουν τον Καμύ. [ΣΥΣΙΦΟΙ. Ανθολογία, σ. 287.]

[xv] βλ. π.χ. ποίημα Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ σ. 68.

[xvi] ΕΥΤΕΡΠΗΣ ΚΛΗΣΙΣ, σ. 35.

[xvii] Λυγούν τα γόνατα κι υψώνονται τα χέρια/ θεία πνοή διώχνει της ύλης του καπνούς/ και ξαναλάμπουν πάλι οι ελπίδες σαν αστέρια/ σαν ουρανός αναγαλλιάζει πάλι ο νους. ΙΚΕΣΙΑ, σ. 66.

[xviii] Ποιήματα ΓΛΑΡΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ και  ΣΤΗΣ ΛΑΜΠΑΣ ΤΟ ΦΩΣ, σ. 69, 70.

[xix] Ατενίζει τα άστρα/ μια ψυχούλα μονάχη/ τη σκεπάζουν κάστρα/ τη στηρίζουν βράχοι… [ΑΘΩΝΙΚΟΝ, σ. 63.]

[xx] ///…Για το εγώ πρόσφορος δε σου μένει χώρος/ η σιωπή ευχής οπή η πίστις όρος. [ΑΣΚΗΤΙΚΗ, σ. 65.]

[xxi] …/ χορτάτο είδωλο / στη δυτική ματιά μας/ Αφού πάει να σβήσει η παραστιά/ που κάθιζε η παράδοση-γιαγιά/ σκαλίζοντας και συντηρώντας/ τα όνειρά μας. ΣΤΟΝ ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗ (μικρή απολογία), σ. 75.

[xxii] …/ Όταν τον ίσκιο μου κοιτάζω/ μεγαλώνει, μεγαλώνει και τρομάζω/ δεν έχω τίποτα να πω/ μόνο βαθιά πως Σ’ αγαπώ/ και Σε δοξάζω!!! [ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, σ. 73.] Βλ. επίσης, ΕΞΟΔΟΣ (σελ. 62): …/γονυπετής σ’ εκλιπαρώ εδώ να μείνεις/ πηγή φωτός, πηγή χαράς, πηγή γαλήνης!

[xxiii] Αρχαίων γλώσσα θρηνεί μειδιώσα./ Γράμματα λέξεις, ωθήσεις έλξεις./ Σημεία στίξεως με ημέρα λήξεως. Πνεύματα τόνοι θρηνούν στο αμόνι. Ποιος σας πληρώνει, πνευματοκτόνοι; [ΑΤΟΝΙΑ, σ. 38].

[xxiv] Το άτιτλο ποίημα, σ. 67, που μαζί με ΤΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΘΕΝΤΑ είναι από τα πιο αγαπημένα του ποιητή: Αν απ’ την ποίηση/ βγάλεις την οίηση/ μένει το ΠΙ/ Ωραία Πύλη/ που τη διαβαίνουν/ εν σιωπή/ η Παναγία,/ παρθένοι πάνσεμνοι/ Άγιοι Πάντες.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *