Εκφράσεις του…κώλου στην Κρήτη (Κρητικά Αξεμούριστα από τον Ανδρέα Λενακάκη)

«Από το μουνί στον κώλο»: Φράση συνώνυμη του «πολύ κοντά», που λέγεται ως απάντηση σε ερώτημα αν μια απόσταση είναι μακρινή ή κοντινή.

     «Αυτός θυμίζει και θαρρεί πως καυλώνει»: Λέγεται όταν σε κάποιον αμφισβητείται ο ανδρισμός του. Σαφής η διάκριση των ρημάτων για το θηλυκό (θυμίζω) και το αρσενικό (καυλώνω).

     «Βάνει σαν τον κώλο ν-του / κώλο τζη»: Όταν κάποιος/α φλυαρεί διαρκώς.

     «Γιά μιλεί, γιά κλάνει, το ίδιο κάνει»: Όταν κάποιος είναι ανυπόληπτος και δεν έχουν ενδιαφέρον τα λόγια και οι απόψεις του.

      «Γλιτσολογά σαν την αίγα»: Φράση που λέγεται για να προσδιορίσει συμπεριφορά γυναίκας που εκφράζει με τη στάση και τη συμπεριφορά της την απροκάλυπτη ερωτική της διάθεση και αναζήτηση.  Το ρήμα γλιτσολογώ χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει την αίγα η οποία βρίσκεται σε περίοδο οίστρου, από τα υγρά (γλίτσα) που εμφανίζονται στο αιδοίο του ζώου.

       «Γυρεύγει σαν το τραγάκι»: Λέγεται για τους νεαρούς εφήβους. Το ρήμα γυρεύω προσδιορίζει τη χαρακτηριστική αναζήτηση ερωτικού συντρόφου από ζώα σε οίστρο, συνήθως οικόσιτα,  με τη βοήθεια της όσφρησης.

  «Δεν καθίζει τον κώλο του σ’ ένα γύρο»: Συνώνυμο του «Δεν ησυχάζει».

  «Δος του κώλου σου αέρα»: Συνώνυο του «φύγε γρήγορα»[2]

  «Εμπήκε ο διάολος στον κώλο ν-του»: Λέγεται για κάποιον που δεν συμπεριφέρεται σωστά, που χειροτέρεψε η συμπεριφορά του.

  «Είναι κώλος και βρακί»: Λέγεται για τους επιστήθιους φίλους, για ανθρώπους που βρίσκονται διαρκώς μαζί.

  «Έλα μουνί στον τόπο σου!»: συνώνυμο του «Σύνελθε!», «Έλα στα συγκαλά σου!»[3]

 «Επήγε στου διαόλου τον κώλο»: Συνώνυμο του «Απομακρύνθηκε πολύ, πήγε σε άσχετο μέρος».

 «Επήρε την ψωλή τσ’ αελιάς»: Λέγεται για κάποιον που αδικήθηκε κατάφορα. Που σε κάποια μοιρασιά δεν πήρε τίποτα, όταν κάποιοι άλλοι παίρνουν το μερίδιό του.

  «Επήρε ο κώλος του αέρα»: Συνώνυμο του «πήρε θάρρος, θάρρεψε». Συνήθως λέγεται επιτιμητικά: «Μην επήρε ο κώλος σου αέρα!» για να επαναφέρει κάποιον στην  τάξη, στο  μέτρο.

 «Επιάσετε τη μαλλιαρή;»: Ερώτηση που λέγεται με σκωπτική διάθεση την πρωτομαγιά. Λέγεται και «Επιάσετε το μαγιόξυλο;», με σαφώς υπαινικτική σημασία. Η φράση λεγόταν κυριολεκτικά (μαλλιαρή πέτρα) και υπαινικτικά την ημέρα της Αναλήψεως, που άρχιζαν τα μπάνια τους οι Ηρακλειώτες.

  «Εσηκωθήκανε τ’ αγγούρια να γαμήσουν το μανάβη»: Λέγεται όταν κάποιος προσπαθεί να επιβληθεί  και να υπερκεράσει ανώτερό του.

  «Έστρωσε κώλο» ή με προτρεπτική σημασία «στρώσε κώλο!»: Συνώνυμο του «Προσπάθησε!».

  «Έχει τ’ αγγούρι στον κώλο» ή «του ‘βαλε τ’ αγγούρι στον κώλο»: Λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή όταν επωμίζεται μεγάλες ευθύνες.

  «Θεός αξεβράκωτος!»: Λέγεται όταν το φαγητό είναι πολύ νόστιμο, ως απάντηση σε ερώτηση σχετική με την ποιότητα του[4].

  «Θυμίζει ωσάν τη σκύλα»: Λέγεται σε γυναίκες με απροκάλυπτη ερωτική διάθεση.

  «Θυμίζει ωσάν την αίγα» ή απλά «θυμίζει»: Λέγεται σε γυναίκες με απροκάλυπτη ερωτική διάθεση.

   «Κάνει μαλακία»: Συνώνυμο του αυνανίζεται[5].

  «Κασταναλίκι δουλειά»: Συνώνυμο του γαμησοδουλειά  (Λασίθι).

  «Κάτσε τον κώλο σε μιαν άκρα!» Σημαίνει: Κάθισε στην άκρη!

«Κολί ν-του, ραβδί ν-του»: Έκφραση δηλωτική της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας[6].

  «Να την κάμω θέλει  και θα μπεμπερίζει ωσάν την αίγα»: Έκφραση απειλητικής ερωτικής διάθεσης. Από τη χαρακτηριστική κραυγή που βγάζουν οι αίγες την ώρα της σεξουαλικής συνεύρεσης.

  «Να την κάμω θέλει και θα ξανοίγουνε τα πόδια τζη στα δοκάρια»: Έκφραση απειλητικής ερωτικής διάθεσης. Περιγράφει ερωτική σκηνή.

«Να την κάμω θέλει ένα γ-κατσούνι»: Έκφραση απειλητικής ερωτικής διάθεσης. Από τη στάση που παίρνουν οι αίγες όταν έρχονται σε στάση αναπαραγωγής.

  «Νέφτι έχεις στον κώλο: Λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται υπ’ ατμόν, διαρκώς σε υπερένταση, όταν βιάζεται να φύγει.

   «Ξυει τ’ αρχίδια ν-του»: Λέγεται στις περιπτώσεις που κάποιος αδιαφορεί ή αδρανεί. Συνώνυμο του χασομερά.

  «Παίζει γρόθο»: Συνώνυμο του αυνανίζεται

  «Πεθιέται σαν την ψωλή»: Συνώνυμο του «Φυτρώνει όπου δεν τον σπέρνουν».

   «Στον καμπανό ν-του»: Συνώνυμο της έκφρασης αδιαφορίας «Στ’ αρχίδια του» («Εγώ του μιλώ κι αυτός με γράφει στον καμπανό ν-του!»)

  «Τα θέλει ο κώλος του /τση»: Λέγεται στις περιπτώσεις που κάποιος/α επιδιώκει κάτι που θα αποβεί σε βάρος του. Συνώνυμο του «Πάει γυρεύοντας».

 «Τηνε τρώει το κουσκούνι τζη»: Λέγεται για γυναίκες και είναι συνώνυμο της φράσης «Πάει γυρεύοντας» αλλά και για γυναίκα με εμφανή ερωτική διάθεση.

  «Τονε / τηνε τρώει ο κώλος του / τση»: Συνώνυμο του «Πάει γυρεύοντας».

 


[2] Ξανθουδίδης 2002, σελ. 318

[3] Η φράση αποτελεί κατάλοιπο αρχαίου εξορκισμού της μήτρας: «Σε εξορκίζω, μήτρα, …να μην αφήσεις ποτέ τον τόπο σου..», «Μήτρα, μείνε στον τόπο σου…», Graf 2004, σελ. 304-305 και «Μήτρα, …μένειν επί τω τόπω» Χανιώτης 2008, σελ. 50.

[4] Καψωμένος 2007, σελ. 63-64: «…στη θαυμαστή έκφραση θεός αξεβράκωτος, που καθιστά διαφανή την αρχαία καταγωγή του κώδικα: ξεβράκωτοι ήταν οι αρχαίοι θεοί, που συνδύαζαν χαρακτηριστικά τις ιδιότητες κάλλος-αγαθό-θείο. Σ’ αυτή την τριπλή εξίσωση στηρίζεται μια πλούσια εικονοπλασία, που υμνεί τη φυσική ομορφιά με εξιδανικευμένες μεταφορές και παρομοιώσεις…».

[5]  Στην Κρήτη χρησιμοποιούνταν το ρήμα κάνω και όχι το παίζω.

[6] Πάγκαλος 1955, τομ. 4ος Β, σελ. 444

download (2)





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *