Ένας παλαιϊνός γάμος στην Κρήτη

-Να πάμενε θέλει Μανωλιό στο γάμο του ξαδέρφου μας τη γ-Κυριακή;

-Δε γ-κατέω Νικολή γιατί ΄ναι αρρωσταρέ η μάνα μου και δε θέλω να την αφήνω μοναχή αλλά πρέπει να πάμενε…

-Θα πάμενε Μανωλιό και θα περάσομενε και καλά έτσα που ΄ναι δα κι απού το ξενοχώρι η νύφη.

-Εγώ θα σφάξω ένα μάρωπο(1), θα πάρω και μια νταρμετζάνα(2) κρασί να τα κρατώ κανίσκι(3).

-Εσύ πρέπει να βαστάς και το μπαϊράκι γιατί σαι ο πρώτος ξάδερφος.

-Αυτό ΄ναι το ευκολότερο, το κοντάρι και τη σημαία τα ΄χω, θα τα στολίσω με μια ν-ανθοδέσμη, το γαμοκούλουρο και το μαντήλι θα μου τα κρεμάσει η θειά μου η Αργυρένια, η μάνα του γαμπρού, όντε θα ξεκινήσομε να πάμενε στο χωριό να πάρομενε τη νύφη.

-Είντα δε θα σου κρεμάσει κι άλλο ν-ένα η νύφη, τυχερέ…;Εγώ λέω πως θα πάρω το τζεβρέ(4) γιατί θα πάω πρώτος απ΄ όλους τσι γαμηλιώτες, το μουλάρι μας πιάνει πουλιά στον αέρα…Ο γάμος θα γενεί τη γ-Κυριακή. Οχτώ μέρες πριν ο γαμπρός και ο πατέρας τση νύφης χωριστά στέλνει ο καθένας το καλεστή ντου και καλούνε τσι δικολογιές και τσι φίλους.

Το Σάββατο το πρωί με τη βοήθεια τω χωριανώ σφάζουν τα οζά και οι μάγειροι καταστένουν(5) το κρέας, στελιώνουν τσι τάβλες στην αυλή απού θα φάνε οι καλεσμένοι και γίνεται μεγάλος μαλιχουλές(6) .

Τη Παρασκευή τση τελευταίας εβδομάδας ούλες οι χωριανές αδιέρνουν(7) τη νύφη να σακουλιάσει, να στιβάξει δηλαδή τα προυκιά τζη μέσα σε σακούλες άσπρες, γή λουράτες που ΄χει στο τελάρο η γ-ίδια φαμένες. Πρώτη η μάνα τση νύφης ρίχνει το πρώτο κομμάτι μέσα στη σακούλα, συνεχίζουνε οι αποδέλοιπες. Ανάμεσα στα προυκιά πετούνε ρύζι για να ριζώσουνε. Ο πατέρας τση νύφης ελογάριασενε πόσα γομάρια θα ‘ναι τα προυκιά κι εμήνυσενε του γαμπρού να του μ-πέψει τόσους σας προυκολόγους.

Καβαλικεύουνε το λοιπός στα μουλάρια και ξεκινούνε με τραγούδια, κρατούνε μια κόφα απού ΄χει μέσα τα νυφικά τση νύφης και να! Σε λιγάκι ακούγονται απ’ αλάργο τα τραγούδιαντωνε. Γλακούνε μερικοί τα μουλάρια, γιατί όποιος προυκολόγος φτάσει πρώτος θα πάρει απού τη νύφη ένα μαντιλι που το δένει στο λαιμό του μουλαριού.

Σα φτάσουν όλοι, καλωσορίσματα κι ευκές ανακατεύουνται και γεμίζουν το ν-αέρα χαρά. Τώνε στρώνουνε τραπέζι κι αφού φάνε και πιούνε καλά και τραγουδήσουν ριζίτικα τραγούδια και μαντινάδες, αρχινούνε να φορτώνουνε τα προυκιά. Τοτεσιδά στολίζει μια κόφα η νύφη και στέλνει του γαμπρού ένα ποκάμισο κι ένα μαντήλι. Ξεκινούν για το σπίτι του γαμπρού με το τραγούδι:

Επήραμε ν-τα τα προυκιά τα πενταπλουμισμένα

απού τα επλουμίζανε χέρια μαλαματένια

Ούλες οι κοπελιές είναι μαζωμένες στο σπίτι του γαμπρού κι ανημένουνε τσι προυκολόγους με τα προυκιά για να στολίσουνε το καινούριο σπίτι του γαμπρού και τση νύφης. Σε λιγάκι φτάνουνε οι προυκολόγοι. Τραγούδια, φωνές, ανακατωσούρα, στριμώγματα, μεγάλη χάβρα και αναμύγι(8) . Πιο μπροστά η μάνα του γαμπρού βάνει ένα ΄κόνισμα. Οι κοπελιές πέρνουνε τα προικιά και τα κρεμούνε στη δέμπλα(9) ψηλά στο τοίχο κοντά στο ταβάνι.

Χώρια θα κρεμαστούνε οι δεξιμάτες πατανίες, χώρια οι κεντητές και ξομπλιαστές και χώρια τα βαριά κιλίμια. Στα προυκιά όμως τω σακκουλώ δε μ-πρέπει ν΄αγγίξουν. Η νύφη τα ΄χει ραμμένα, γιατί θα τ΄ ανοίξει και θα τ΄ απλώσει τη Δευτέρα, απής σκολάσει ο γάμος. Τότεσας θα δώσει σε κάθε κουνιάδο ένα πουκάμισο. Όντε στρώνουνε το νυφικό κρεβάτι πρώτος ο γαμπρός παίρνει ένα μαξιλάρι το φιλεί και το θέτει απάνω στο κρεβάτι.

Απού το πρωί του Σαββάτου ούλοι ΄ναι χαζιρεμένοι κι ούλα ΄ναι έτοιμα. Οι κανισκάρηδες με τα κανίσκια, οι μάγειροι και σερβιτόροι, ο λυραντζής και ο λαγουθιέρης, οι τάβλες στρωμένες.

Τη Κυριακή, όντε μαζωχτούνε οι γαμηλιώτες, ντυμένοι ούλοι με τ΄ακριβά σαλβάρια, που στολίζουνε ασημωτές μαχαίρες, περασμένες στη μέση τωνε, χζιρεύουνται και ξεκινούνε με το τραγούδι:

«Δώσε μας μάνα, την ευκή να ξεκινήσει ο γάμος.

  • Ευκή μου επμρός και πίσω σας, δεξιά κι αριστερά σας.

Να πάτε να μου φέρεται αυτή απού παιδώνω.

Και να ΄ναι απού καλή σειρά κι από καθάριο αίμα.

Μπροστά- μπροστά πρέπει να πηαίνει προπατηχτός ο μπαϊραχτάρης(10) ντυμένος στα σαλβάρια με πετσέτα κρουσάτη στη κεφαλή κι ασημωτή μαχαίρα στη μέση, από πίσω καβαλάρης ο παπάς, ο γαμπρός κι ο κουμπάρος. Σ΄ούλο το δρόμο τραγουδούνε μαντινάδες και ριζίτικα, καβαλάρηδες απάνω στα ομορφοστολισμένα τους άλογα.

  • Στο μεταξύ, στο χωριό τση νύφης οι κοπελιές στολίζουνε τη νύφη και τση τραγουδούν παινέματα για την ομορφιά τζη και μαντινάδες του χωρισμού. Παραθέτω μερικές από το βιβλίο του Παύλου Βλαστού «Γάμος εν Κρήτη»

Όντε σε γέννα η μάνα σου όλα τα δέντρα ανθούσα

και τα πουλάκια στσι φωλιές εγλυκοκελαϊδούσαν

Της Πόλης τα ραυτόπουλα σου ράψα τα κολέτα(11)

κι οι γιάρχοντες τση Βενεθιάς σου πέψα την καρπέτα(12)

Αι! δε(13) πρεπίδι(14) και στολή και τίνος δεν αρέσει

που ΄χει κορμί αγγελικό και δαχτυλίδι μέση

Στολισμένη το λοιπός, η νύφη στα κάτασπρα με το μακρύ τζη πέπλο, ανημένει γεμάτη σεκλέτι(15) και συγκίνηση. Το νυφικό είναι μια μακριά φούστα και το μπολκάκι. Τση βάνανε στα πόδια μποτίνια ως τ΄ ατζί και στη κεφαλή το βελιό, δηλαδή το καπέλο, αντί για το σημερινό πέπλο, κι ένα κερεμέ(16) χρυσαφικά.

Έφταξενε η πατούλια του γαμπρού, το σπίτι γέμισε γαμηλιώτες, βρίσκουνε όμως τη μ-πόρτα μανταλωμένη και τότεσας ανταλλάσσουν τις παρακάτω μαντινάδες:

Γ: Ανοίξετε τη πόρτα σας τη σιδεροδεμένη

να δούμενε τη νύφη σας αν είναι στολισμένη

Ν: Σαν τη κολόνα τσ ΄εκκλησιάς κάθεται κι ανιμένει

ελάτε να τη πάρετε και να ΄ναι ευτυχισμένη

Γ: Ως πάει το Ευαγγέλιο με τον Απόστολο του

έτσι ΄ρχεται και ο γαμπρός μ΄ όλο το συγγενιό του

Ν: Και η νύφη με τσι συγγενείς, εκείνο περιμένει

ελάτε να τη πάρετε και να ΄ναι ευτυχισμένη

Γ: Ανοίξετε τη πόρτα σας να δείτε το γαμπρό μας

κι αν έχετε παράπονο να μας το πείτε ομπρός μας

Ν: Θωρείς πως σας τη δίδομε με συντροφιά μεγάλη

να μη μας την μαλώνετε γιατί δεν έχομε άλλη.

Γ: Μα ο γαμπρός ειν΄ καλός, μαλώματα δε θέλει

καλά τση παραγγείλετε να κάνει ότι τση λέει

Ν: Δεν είν΄ δασκάλα η νύφη μας, μα καλαναθρεμένη

κι από καλή οικογένεια και από παινεμένη

Ν: Αν μας τηνέ μαλώνετε θα ναι ντροπή δική σας

διότι από σήμερο λογίζεται δική σας

Γ: Δεν σας τηνε μαλώνομε το σόι μας δε τόχει

μόνο ο Μεγαλοδύναμος τύχη καλή να δώσει

Ν: Μάλαμα σασέ δίνομε δεν είναι δολαμένο

και το θέλομε και μεις να ειν΄ευτυχισμένο

Γ: Μάλαμα μασέ δίδετε παραδεχόμεθά το

μ΄ αλήθεια είναι κι ο γαμπρός αγιοκωνσταντινάτο

Ν: Γαμπρέ μια χάρη σου ζητώ αν θέλεις να τη κάμεις

το ρόδο που σου δίδομε να μη μας το μαράνεις

Γ: Βλέπομε πως μας δίδετε το ρόδο μες στη γλάστρα

μ΄ αλήθεια είναι κι ο γαμπρός ο ουρανός με τ΄ άστρα

Ν: Σήμερο μας την παίρνετε τη πολυπαινεμένη

μόνο να δώσει ο Θεός να ζουν ευτυχισμένοι

Γ: Άνοιξε πόρτα τσ’ εκκλησιάς πόρτα του παραδείσου

και Παναγία Δέσποινα δώσε τους την ευχή σου

Άμα τελειώσουν οι μαντινάδες ανοίγουνε την πόρτα του σπιτιού της νύφης και μπαίνουνε οι καλεσμένοι. Ο γαμπρός ασπάζεται τους γονείς της νύφης και παίρνει την ευχή τους, φιλεί και τη νύφη και όλοι μαζί πάνε στην εκκλησία. Έγινε το μυστήριο, επεράσανε πρώτα οι γονείς, εφιλήσανε τ’ αντρόγυνο και βάλανε τα χαρίσματα, συνήθως χρυσαφικά, μετά πέρασε ο κουμπάρος που συνήθως εχάριζε χρυσό δαχτυλίδι. Επεράσανε τα ξαδέρφια και μετά όλοι οι χωριανοί. Τα ξαδέρφια και οι περισσότεροι χωριανοί κάνουν δώρα αρνιά, κρασί ή τσικουδιά, τα στέλνουν στο σπίτι και τα λένε κανίσκια.

Άμα τελειώσει η στεφάνωση βγαίνουν έξω στην αυλή της εκκλησίας, παίζουν οι λυρατζήδες τη λύρα και χορεύουν όλοι μαζί και τραγουδούνε τις παρακάτω μαντινάδες:

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα,

σήμερα στεφανώθηκε αετός τη περιστέρα.

Σήμερα δεν επάτησα χώμα από τη χαρά μου,

γιατί είδανε τα μάθια μου τα πεθυμά η καρδιά μου.

Σήμερο μας τη παίρνουνε τη μαρμαροκολώνα,

πώς θα περάσει η μάνα τση οφέτος το χειμώνα.

Το αντρόγγυνο που γίνηκε είναι δικολογιά μου,

και θέλω να περνούν καλά να χαίρετ’ η καρδιά μου.

Τέτοιο ζευγάρι ταιριαστό κι ομορφοκαμωμένο,

δεν είδα σ’ όλο το ντουνιά, μα ναν’ ευτυχισμένο.

Χρόνια πολλά να ζήσουνε και να’ χουν ευτυχία,

παιδιά καλά να φέρουνε σ’ αυτή τη κοινωνία.

Σταματούνε το χορό ούλοι και σε σιγανό πεντοζάλη λένε τα παστικά τση νύφης, σελίδα 87-90 από το βιβλίο του Εμμανουήλ Φραγκεδάκη «Η παντρειά στη Κρήτη»:

Δυο μικρά-μικρά πουλάκια δυο μικρά Ζιγαρδελάκια

Εχτίζανε φωλιά και ταιργιάσαν τα πουλιά

Και ταιριάσαν τα κοπέλια, τα πουλιά τα Ζιγαρδέλια

Ελάστε πόδε παντρεμένες, Λεμονιές ξεφουντωμένες

Ελάστε πόδε κοπελιές, Μυρωδάτες λεμονιές

Να παινέσωμε τη Νύφη, ως καθώς είναι συνήθει

Σ’ όσους γάμους κι αν επήγα, τέθοια Νύφη δεν την είδα

Να- χει- τα- μαλλιά πλεμένα, δυό πλεξούδες καωμένα

Να- χει- κούτελο μικράκι, στρογγυλό σα- φεγγαράκι

Να- χει φρύδια γαϊτανάτα, όμορφα και στρογγυλάτα

Να- χει μύτη σαν κοντύλι, στόμα σαν το δακτυλίδι

Να- χει μάθια σαν ελιές κι είν’ γεμάτα μαργολιές

Να- χει στόμα μέτριο όμορφο και στρογγυλό

Να- χει στήθεια σαν λεμόνι και χαράς του που θ’ απλώνει

Μα θωρώ την και γροινιάζει, ε παιδιά και τι λογιάζει

Σώπα νύφη μη γροινιάζεις και ποτέ μη το λογιάζεις

Μ’ άντρα πήρες παλληκάρι, όμορφο και διοματάρη

Νε τονε θωρεί το φως σου, να γελά το πρόσωπο σου

Να τονε θωρείς στο σπίτι, που θα φέγγει σαν καρφίχτη

Αφουκράζου μου κερά μου, την καλή παραγγελιά μου

Εις το σπίτι που θα πας, ούλους να τους αγαπάς

Να ‘γαπάς να σ’ αγαπούνε, να τιμάς να σε τιμούνε

Να ‘γαπάς τον πεθερό σου, καθώς γεροντότερός σου

Να ‘γαπάς τη πεθερά σου, να ‘ναπιάνει τα παιδιά σου

Να ‘γαπάς και στοι κουνιάδους τσοι μικρούς και τσοι μεγάλους

Να ‘γαπάς και τσοι κουνιάδες, τσοι παλιές σου φιλενάδες

Να ‘γαπάς το σύζυγό σου, να τον έχεις βοηθό σου

Κι όντεν έρθει απού τα ξένα, με ποτήρι τονε κέρνα

Κι όποιος τρώει κι όποιος πίνει, κείνος αφορμή δε βρίχνει

Να ‘γαπας τη Παναγία, να μισείς την αμαρτία

Και στην εκκλησιά να πηαίνεις, πάντα να μεταλαβαίνεις

Να νυστεύγεις τσοι Τετράδες και τσοι Μεγαλοβδομάδες

Και τσοι Παρασκιές να ζήσεις, νύστευγε μη λησμονήσεις

Να ‘γαπάς και τσοι γειτόνους να σου γράφει ο Θεός χρόνους

Μα και συ γαμπρέ να ζήσεις, νύστευγε μη λησμονήσεις

Να ‘γαπάς τη σύζυγό σου, να την έχεις στο πλευρό σου

Δεν έχω ‘ντα ‘άλλο να σου πω και καλομοίρα να σαι

σε χρυσοκέντητα πανιά να στρώνεις να κοιμάσαι.

Μετά πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Όταν φτάσουν κοντά ο λυράρης τραγουδεί:

Πρόβαλε μάνα του γαμπρού ν’ αποδεχτείς το γιό σου

απού φερε τη νύφη σου, το φως των αμαθιώ σου.

Η μάνα περιμένει στην πόρτα με το μελοκάρυδο, ταΐζει τη νύφη και το γαμπρό και λέει «Τη γλυκάδα ν-του νάχουν τα χείλη σας».

Η νύφη κρατά στη χέρα ένα ρόγδι και το πετά με δύναμη να σκάσει να σκορπίσει. Συμβολίζει να σκορπίσουν τα καλά στο σπίτι με τον ερχομό της. Μετά σπρώχνει η πεθερά ένα υνί στη μέση της πόρτας, το πατεί η νύφη και μπαίνει, και η πεθερά εύχεται «σιδεροκέφαλη παιδί μου», δηλαδή να μην αρρωστήσει ποτέ νάναι γερή σαν το σίδερο. Μετά οδηγούν τη νύφη να καθίσει στο μπαστό- στο θρόνο της.

ΜΠΑΣΤΟΣ: Σ’ ένα τοίχο του σπιτιού καρφώνουν ένα κάτασπρο σεντόνι. Επάνω τοποθετούν ένα βάτο για να ριζώσει το αντρόγυνο και ένα κισσό για να κάνει πολλά παιδιά, ν’ απλώσει. Πολλά λουλούδια, κουλούρια κι άλλα στολίδια, κρεμούν στο σεντόνι. Κάτω από το στολισμένο σεντόνι υπάρχει ένα κάθισμα και κάθεται η νύφη και δέχεται ευχές των καλεσμένων, τους κερνά όλους κουφέτα, τσικουδιά, ξεροτήγανα και άλλα τραταμέντα.

1 μάρωπο= θηλυκό αρνί, λίγων μηνών

2 νταρμετζάνα= μεγάλο γυάλινο δοχείο (βενετ. da meτζανα)

3 κανίσκι= δώρο

4 τζεβρές= μεταξωτό κεντημένο μαντίλι (τουρκ. Cevre)

5 καταστένουν= ταχτοποιούν

6 μαλιχουλές= αναστάτωση (τουρκ. Malinulya)

7 αδιέρνω= βοηθώ

8 αναμύγι= ξεσήκωμα

9 δέμπλα= μια σανίδα στηριγμένη από τη μια μεριά του τοίχου ως την άλλη

10 μπαϊραχτάρης= αυτός που βαστά το μπαϊράκι, δηλαδή το κοντάρι με τη σημαία, στο πάνω μέρος ένα άσπρο μαντίλι, ένα γαμοκούλουρο ξομπλιαστό που του δίνει η μάνα του γαμπρού και μια ανθοδέσμη

11 κολέτα= μπούστος

12 καρπέτα= είδος φούστας με χρυσά σειρίτια

13 δε= δες, κοίταξε

14 πρεπίδι= στόλισμα, ευπρέπεια

15 σεκλέτι= πάθος

16 κερεμέ= επίρρ. άφθονα (τουρκ. Kerem)

 

rethemnosnews.gr  Ευγενίας Ζαμπετάκη

φωτογραφία: γάμος στην ΠΑΤΣΟ.ΠΑΤΣΟΣ (Παλιές φωτογραφίες) (Ομοσπονδία Σωματείων Επαρχίας Αμαρίου) από :Helene Semanderes





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *