Hot Νέα

Ο Χανιώτης ποιητής Γρηγόρης Γεωργουδάκης (παρουσίαση συλλογής, ΑΜΜΟΓΑΦΙΕΣ)

ΓΡΗΓΟΡΗΣ Γ. ΓΕΩΡΓΟΥΔΑΚΗΣ: «Αμμογραφίες»[1]

της  Βούλας Επιτροπάκη

 

Μπορεί/ να γράψουμε με κάτι κόκκινο (είπες)/ καινούργιους νόμους/ και κανόνες/…/

είπες νέα πράγματα δηλαδή/ σαν το κύμα/ που χτυπά στα πόδια μας.

 

Διάβαζε κι ανάποδα τον κόσμο/

τα είδωλα / κάποτε/ είναι πιο ομιλητικά.

 

Θέλω να σου γράφω/ για τη θάλασσα που ακούω/

για του βουνού τους αλαλαγμούς/ …/

Τότε το αγρίμι αναστενάζει στις λέσκες/ κι ανάβει τον ουρανό. //

Και κάτω στο τετράδιο/ ή κάτω στα χαλίκια γράφει/

Άνοιξη του αιώνος. Τόσο.

(Αμμογραφίες, σελ. 41, 67, 103.)

 

Ο Γρηγόρης Γ. Γεωργουδάκης γεννήθηκε το 1953, στα Χανιά, όπου ζει και εργάζεται ως ιατρός πνευμονολόγος. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε Ανθολογίες, όπως της Κρητικής Ποίησης του Συμποσίου Ποίησης (εκδ. Ταξιδευτής, 2007) και αλλού.

Τίτλοι των συλλογών του: Φλεγόμενες φωνές το 1975, Η σκάλα 1976, Μέταλλα και Νερά 1978, Σκιές κι άστρα 1999.

Η πρόσφατη, παρουσιαζόμενη συλλογή, ΑΜΜΟΓΡΑΦΙΕΣ, εκδόθηκε την Άνοιξη του 2015, από τις εκδόσεις Έρεισμα Χανίων και κοσμείται από φωτογραφίες του ίδιου του ποιητή στο εξώφυλλο και την προμετωπίδα. Απαρτίζεται από δύο ποιητικές ενότητες που τιτλοφορούνται, ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ και ΚΟΚΚΙΝΟ ΡΟΛΟΪ – που έχει τον παρενθετικό υπότιτλο: (στους φίλους μου).

Η πρώτη ενότητα, ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ, «είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια νέα γραφή, σε κάποια σημεία, της συλλογής Μέταλλα και Νερά του 1978», όπως αναφέρει ο ποιητής στις σημειώσεις. Στα σημαίνοντα Μέταλλα και Νερά ενοποιείται, διαχρονικά, η φυσική με την ιστορική και την ποιητική πραγματικότητα. Ο σύγχρονος ποιητικός και ιστορικός λόγος του Γρηγόρη Γεωργουδάκη απηχεί στίγματα μνήμης, που εδράζονται μέχρι και την προϊστορική εποχή («του μετάλλου και του χαλκού»).

Στο διάστημα μεταξύ τέτοιων συμβολικών σημείων στο χώρο και το χρόνο, θα επιχειρήσουμε να βηματίσουμε, ακολουθώντας εν τάχει την ποιητική αυτή διαδρομή. Τι γίνεται δηλαδή, ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ, στις ΑΜΜΟΓΡΑΦΙΕΣ του Γρηγόρη Γεωργουδάκη, μέχρι το ΚΟΚΚΙΝΟ ΡΟΛΟΪ;;;

Ι.

Από το προοίμιο της συλλογής (στο μότο της πρώτης ενότητας), ο ποιητής μας διευκρινίζει ότι πρόκειται, όχι για έναν ατομικό χρονομετρητή, αλλά για ρολόι πόλης. Το ΚΟΚΚΙΝΟ ΡΟΛΟΪ είναι εκ προοιμίου δημόσιο, κοινόκτητο, και μάλιστα «κοινό τοις πάσι» – όπως το νερό, ο αέρας στην άμμο, ή η ίδια η Ποίηση. Όπως δηλαδή τα υπέρτατα ανθρώπινα δικαιώματα, της ζωής, της τιμής, της ελευθερίας. Στην έννοια του κοινού, του δημόσιου, ας μην ξεχνάμε, ενυπάρχει πάντοτε η Μνήμη.

Αντάρα κι οραματισμούς/ αστροπελέκι/ κουβαλεί ο καιρός/

η θύμηση/ ανάσταση σημαίνει.

(Στον Γιώργο) (σελ. 8)

Η Μνήμη δημιουργεί και οργανώνει την Ιστορία. Κι επειδή Ιστορία είναι η αγωνία και οι αγώνες της ανθρωπότητας μέσα στο χρόνο[i]: Τι άλλο θα μετρούσε άραγε ένα «κόκκινο ρολόι» πόλης (;) – που το συναντούμε, σχεδόν πάντα, ενσωματωμένο σε «κτίσμα» συλλογικής/ κοινωνικής Μνήμης, συχνότατα δε θρησκευτικής και τελετουργικής; Το ρολόι μπορεί να είναι ρολόι ναού ή δημαρχείου ή και τα δυο, αλλά ο συμβολισμός του κόκκινου, αφήνει εξ αρχής τη Μνήμη να ματώσει.

ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ, τα σχήματα παραμορφώνονται/ λέξεις κυνηγούν η μια την άλλη/

και μια σκόνη νεκρών φύλλων/ αιωρείται στην πόλη.[ii]

Σε πόλη με την έννοια της Πολιτείας – με κεφαλαίο. που περικλείει τα ανθρώπινα ήθη, τα καταγεγραμμένα ιστορικά, και τα άγραφα. τις αισθήσεις, από την απλή ή ερωτική αφή, μέχρι την ενσυναίσθηση της άκρατης δικαιοσύνης της θνητότητας. Μια Πολιτεία-τόπο του ποιητή – σωματικό και ποιητικό. Πολιτεία γεωγραφική, εθνική και προσωπική, μια πατρίδα, Κυδωνία ή Κρήτη, ελληνική ή πανανθρώπινη.

Με επιμέρους τίτλους, 1940, 1941, Η ΑΥΡΑ, Η ΚΡΙΣΗ, ο ποιητής μας εισάγει ευθέως στα επικά συμβάντα της Μάχης της Κρήτης, με το λυρισμό, θα λέγαμε, του Σολωμού:

Άγριος άνεμος/ οσμή δηλητηρίου/

στην άκρη τ’ ουρανού/ ανεμώνες πολύχρωμες/…/

τρέμουν τα χρώματα/ τα πράσινα και τα νερά/ και κρύβεται το αίμα.//

 Εσύ στη ζάλη, πιάνεις σβώλο/ και τον πετάς// πέτρα και ξύλο/ και δρεπάνι//

με τα σαλβάρια μαύρα/ και το μαυρομάνικο.

(Στον Άγγελο, στον Μανούσο, στον Γιάννη) (11) [iii]

Βιασμένη άνοιξη/…/ μάτια παιδιών κυνηγημένα/… (Στον Αιμίλιο) (10)

/Αντάριασε η γης, γίνεται αψύς αγέρας.

(Στην Αρτεμισία, στον Γρηγόριο) [iv](13)

ΟΤΑΝ  ΦΥΣΑ, στην Πολιτεία,

…/η σκόνη σέρνει τις γενιές/ σειρές-σειρές αλέθονται/ για την ελευθερία./…/

Τον αντίλαλο/ σκεπάζουν οι ομοβροντίες/

και τις ομοβροντίες ο αντίλαλος / ως σήμερα.

(Στον Κώστα, στον Νίκο, στον Βασίλη, στον Στέφανο, στον Σπύρο, στην Αθηνά)

Στο πρώτο μέρος, το θέμα της αντρειοσύνης του κρητικού λαού «προβάλλεται» στη μνήμη, και ανάγεται από ιστορικό γεγονός σε σύμβολο:

Μάνα Μαδάρα έχουμε/ και κύρης μας ο ήλιος./

Το κυπαρίσσι τ’ αψηλό το ’χουμε ψυχαδέρφι/ και του πελάγου τους αφρούς/ τα κύματα/

και δώδεκα ποτάμια / για κοπέλια.

(Στην Άννα, στην Ελένη, στην Αθανασία) (21)

… Υπάρχουμε./ Έχουμε Ιστορία.[v] (28)

ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ, στην πόλη, ο αέρας αφήνει:

Σκιές/ στους παλιούς/ ασβεστωμένους τοίχους/ μολυβιές./…/

Στην αλήθεια/ μόνο ανάσες/ ήταν./…/Εικόνες ανθρώπων./ Αγιογραφίες. (80)

Άγρυπνοι σπέρνουνε τ’ αστέρια/ άνυδρες μέρες/ ξεφλουδίζουνε την πέτρα.//

Αλαφροπατούν/ λαγοκοιμούνται.

 Όπως χορεύουνε τον πεντοζάλη πολεμούν/

κι όπως πίνουνε μονορούφι μια ρακή/ πίνουνε και τον θάνατο.

(Στον Γιάννη) (14)

Όταν φυσά/ πάντα φυσά πάνω απ’ τα μνημεία/

η σκόνη …/ τα οστά, το φως/

αρχίζουν/ μια σιωπηλή διαδήλωση/ διαμαρτυρίας. (29)

Από τους εθνικούς αγώνες μέχρι μια διαδήλωση, ο ποιητής ενοποιεί τον τόπο και την εποχή, δόκιμα και ουσιαστικά: τόσο ως προς το απαιτητικό επικό θέμα της Μάχης της Κρήτης, όσο και ως προς τα τεχνικά, δομικά στοιχεία που προαπαιτεί μια ποιητική ενότητα.[vi]

Στο επιλογικό Η ΔΙΑΧΥΣΗ, το χθες και το σήμερα συνυπάρχουν μέσα στο συμβολισμό του λόγου – ενός λόγου αισιόδοξου, φυσικού, που επιτελεί την ποιητική του αποστολή:

Οι δρόμοι γέμισαν φρύγανα/ τουφεκισμένες λέξεις/… (Στον Φώτη) (19)

Τότε πάνω στις λόγχες/ τώρα στις λόγχες τραγουδιών./ …/[vii]

 

Ο έρωτας στις παπαρούνες/ γλάρος στα μαλλιά σου/

το εγγονάκι / στα γόνατά σου/

το χαμόγελο/ πάνω στα χέρια σαν ψωμί/ ζεστό/

κι ο κόσμος στέρεος/

μαδαρόπετρα κι ο ουρανός στιλπνός/να πλέουμε μ’ ακίνητα φτερά/

χαίρε νίκη νικημένη/ χαίρε ήττα αήττητη/

χαίρε νερό/

νερό που τρέχει στις πέτρες.

(Στη Τζωρτζίνα, στον Μανώλη, στον Γρηγόρη, στον Γιάννη) (33)[viii]

Από τα φυσικά στοιχεία, όμως, ως τη σύγχρονη πόλη, ο χρόνος αλλάζει πρόσωπα:

Κάτω από τις φυλλωσιές/ …/ τ΄ άσπρα οστά τους/…/

/ Οι άλλοι/ οι νικητές/ χτίζουν την πόλη και τα τείχη. [ix]

Η ποίηση εδώ, γίνεται καταγγελία:

…/ Η ευγένεια των ανθρώπων/ ανέχεται/ τους τυράννους/ ακόμη ακούγονται τα τραγούδια/

οι τριγμοί των τοίχων/ οι κραυγές/ οι καφετέριες/ φουσκώνουν. (55) – μας λέει ο ποιητής.

Και αλλού:  Στη Γάζα/ στάθηκε πάνω στα ερείπια του σπιτιού/…/ και τονε βρήκε κατακούτελα/

η σφαίρα σκοπευτή ελεύθερου/ πάει να πει καλοπληρωμένου// …/

Στα χέρια το παιδί του./…/

Πουλιά/ αεροπλάνα/ κελάιδισμα./…/ …με άμμο, τρέχει/ αίμα στα μάγουλά μας. (106-107)

Φαίνεται έμεινε απ’ την εποχή των δούλων/ οι πιο ασήμαντοι/ σκυφτοί να περπατούν[x]

Στο ποίημα Η Ειρήνη, γραμμένο πολλά χρόνια πριν τη σύγχρονη επικαιρότητα, η ποίηση γίνεται προφητική. (Προφητεία ή ποιητική ενσυναίσθηση του όλου;)

…/ Να το μικρό μικρότερο παιδί του κόσμου ταξιδεύει…/

Η Ειρήνη / ενός αιώνα σιωπή/ …/ παγετώνα σιγή/στα κόκκινα χειλάκια της τα λασπωμένα/…/

άμμος η ζωή/ τα παιχνιδάκια της άμμος στον αέρα. [xi]

ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ στην πολιτεία, ο αέρας ψιθυρίζει

…(λαξευμένες  ιστορίες και/ μυρωδιές και ήχους στ’ ανώφλια).

Μπαίνει στα σπίτια:

Δεν είμαι ο σκοτωμένος Έκτορας/ ούτε ο γδαρμένος Ιωάννης/

Δεν είμαι ο εκτελεσμένος στο Κοντομαρί./ … το καρφωμένο κεφάλι στον Κλαδισσό./…/

Είμαι ο φόβος τους./…/ Το εμβατήριο που δεν ακούστηκε. (36)

Ο αέρας πνέει, μέσα στα σπίτια, την ανάσα:

Ήσουν εκεί στην πολυθρόνα/…/ Άρχων του οίκου σιωπηρός/

Ανυποψίαστα έφυγες/ Κι είδαμε ρωγμή μεγάλη στο σπίτι. (Στον Γρηγόρη) (77)

Ο ίδιος άνεμος όμως, πνέει την αγάπη, τον εξαγνισμό:

Βαστάς τη ρίζα του βουνού τη ρίζα της μαδάρας/ του χιονιού την πάλλευκη αγνότητα κρατάς την/…/

γύρω σου τριγύρω σου κράταγες την αγάπη. (Στον παπά-Μανώλη) (70)

… σαν εικόνα/ πήρες το ρυτιδωμένο χέρι, το ασπάστηκες/ αθωώθηκες. (81)

Τι συμβαίνει στην πόλη, σήμερα;

Άγνωστοι στις πόρτες τις ρυτιδωμένες./ Ξένοι στις παραλίες τις παιδικές./

Βατόμουρα και μούρα/ ξεχασμένα./…/

Τα παραμύθια/ κρέμονται σα νυχτερίδες/ στο ταβάνι των παλιών σπιτιών.

(Στον Μήτσο, στο Δημήτρη, στον Μανώλη) (72)

Τι προτείνει ο ποιητής γι’ αυτές τις απώλειες;

Αντί για κουπί/ τι να καρφώσω πάνω στου Ελπήνορα/ τη μνήμη;/

Ένα φτερό μόνο/ φτερό χελιδονιού. (87)

Στον Ομηρικό Ελπήνορα, ο οποίος απώλεσε από την Κίρκη τη μνήμη, την ανθρώπινη όψη και εν τέλει τη ζωή του, ο ποιητής αντιτάσσει τη ζωτική κίνηση του ά-λογου «χελιδονίσματος», που κατά τη λαϊκή παράδοση, μας παραπέμπει στην προφορικότητα, την  παιδική γλώσσα και το τραγούδι[xii]. Το χελιδόνι,

/…/ άλογο χωρίς γκέμια/ ξεφάντωμα/ ξελόγιασμα/

άλμα επί κλώνου άνθους είπες/

τραγούδι/ γκαστριά του κόσμου./ Άνοιξη. (88)

Αυτό βέβαια αποτελεί, ασφαλώς, ποιητική θέση του Γρηγόρη Γεωργουδάκη. Με τη δήλωση αυτή και τη διακειμενική αναφορά στον Ελπήνορα, ο ποιητής ακουμπά, αναγνωρίζει και διακηρύσσει το μεγαλείο, τη φυσικότητα του προφορικού, λαϊκού τραγουδιού, που είναι η ρίζα της ποίησης. Η ποίηση ακουμπά την υπόσταση.

Δεν έχω καμία ιδέα/ …/ ένα άστρο τυφλό, φλεγόμενο/ με συντηρεί στη ζωή./

Ζω παρείσακτος στην αύρα του/ …/ σε βρυχηθμούς συμπάντων. (97)

Η ενσυναίσθηση δίνει την ιδέα στο πνεύμα, για να λύσει τα προαιώνια αινίγματα.

… Το πνεύμα τον εαυτό του/ ψάχνει. (94)

… το κίτρινο των/ ασπαλάθων, αστρολόγων/ και εκδορέων./

Κάποιοι κρυφακούνε. (96)

Κι ενώ η επιστήμη και το πνεύμα αναζητά λύσεις των αινιγμάτων,

…/το φρούριο στην ήρεμη Γραμπούσα/…/ αιώνιος κουρσάρος./…/

Άμμος το φως κατακρημνίζεται/…/ η θάλασσα θάλασσα/ κυματίζει.(83)

Στην ποίηση του Γρηγόρη Γεωργουδάκη, ο ενιαίος φυσικός και ιστορικός χρόνος, χτυπά κυκλικά στους δείχτες του ρολογιού.

Η πόλη αγκομαχεί γελά παίζει/ ξαπλώνει στη ζεστή άμμο. /…/

κάτω από το δέρμα της πέτρας/ χτυπά η καρδιά τους/

στην καταιγίδα η φωνή τους/ προαιώνιες λέξεις/ διεκδικούμενες/

βογκούν στα φουσκωμένα κύματα./Ντάπ ντούπ/…/

τα βήματα τα συνθήματα/ η πορεία/…νταπ ντουπ η καρδιά. /

 (Στη Δήμητρα) (38).

Ώστε, το ΚΟΚΚΙΝΟ ΡΟΛΟΪ, εν τέλει, είναι η καρδιά της πόλης και των ανθρώπων της. η καρδιά του ποιητή και η δική μας καρδιά.

ΙΙ.

Ο ποιητής βίωσε τους κοινούς εθνικούς, λαϊκούς και ταξικούς αγώνες για την τιμή και την ελευθερία. Γαλουχήθηκε με τη μυθολογία του κρητικού αγώνα, με ενεργή συμμετοχή των γεννητόρων του, με την απώλειά τους και τις συνέπειές της.

Το πιο μικρό αετόπουλο πέντε χρονών/… (Στον Χρήστο, στον Γιώργο) (18)

Στην πόλη «λειτουργούν» όλοι, παιδιά και ενήλικες, παρόντες και απόντες στα «μυστήριά της».[xiii]

Σκυφτός πάντα/ κοιτάζει/ πού θα πατήσει/ τίποτα δεν είναι άδειο./

Εδώ φωνές, κηλίδες, φιλιά/ εκεί βήματα χάδια,

όστρακα δηλαδή./  (99)

Είχα καιρό να τους ιδώ/ κι αίφνης να τους/ ένας εδώ, ο άλλος παραδίπλα/… /

Όλοι λοιπόν εδώ στο κοιμητήριο./…/

Σε ποιους ανήκω άραγε/ στους άγνωστους ή/ στους γνωστούς που έφυγαν; (46)

…/συνωστίζονται και συνωμοτούν/

στάσεις, σώματα, ξύλα, νερά/ συνήθη υλικά δηλαδή/

ενώ το ασύλληπτο αντικειμενικό/ κρυφογελά πίσω απ’ τη σελίδα. (102)

Στην προσπάθεια σύλληψης του αντικειμενικού, ιστορούνται οι ήρωες, όχι με τα επώνυμα όπως τους επονομάζει η πολιτεία, αλλά με το μικρό, κύριο όνομά τους, που απευθύνεται στη φυσική υπόσταση των ηρρώων. με καρδιά-αισθήματα, λογική και σώμα:

Όταν σταματούν τα λεωφορεία/ στον Κατσαμπά/

ο πυροβολισμός/

τον έλεγαν Ευτύχη/ τον άλλο Γιώργο, Νίκο, Δέσποινα, Ειρήνη, Μανώλη/… (24)

Πνοή ο άνεμος./Χυμός το αίμα./ Νερό η φωνή. (25)

…/ η κραυγή/ κύμα στο λαρύγγι βουβό./… (27)

εκπνοή βαθιά τελευταία/

φοβερές λόγχες λυγμού.// (30)

Ας σημειωθεί ότι, η ειδική επιστημονική γνώση του ποιητή φέρεται στους στίχους με άκρα ποιητική ταπεινοφροσύνη.

Με συχνές παρενθέσεις στο τέλος των ποιημάτων, που επιτελούν έναν ρόλο «τίτλου στο τέλος», ο ποιητής δικαιολογεί την αφιέρωση της ενότητας: (στους φίλους μου). Σ’ αυτούς, αφιερώνει προς ανάγνωση στίχους από παλμούς και τόνους του χρόνου και του λόγου πλάι τους. Πράγματι, αυτό που αφιερώνουμε είναι οι Στιγμές  που μας πλάθουν κατά τη βιωματική συνεύρεση ή το διάλογο με τον άλλο, τη συνομιλία, τη μοιρασιά, την εξανθρωπιστική ενέργεια της επι-κοινωνίας.

Η πιο μεγάλη αφιέρωση βέβαια, στη συνεύρεση του έρωτα – για τον οποίο ο ποιητής τολμά έναν απόλυτο ορισμό:

Ο έρωτας είναι το πράσινο/ κάτω από τη φλούδα του Φλεβάρη/…/

Η άνοιξη γεννήθηκε απ’ τον έρωτα/ να σε βλέπω  (58)

Να μπαίνω από παντού/ απ’ όλες τις πύλες/…/

Δε θες να καταλάβεις/ εκεί που τέμνονται οι γραμμές/ ιδρώνουν/

εκεί αναβλύζει το νερό εκεί γεννιέται/

το πράσινο δέντρο. (59)

(Οι στίχοι παραπέμπουν εδώ, στην αναδεδειγμένη πλέον από τις ειδικές επιστήμες σχέση του νερού με το ερωτικό, συμβολικό αντικείμενο του Λόγου και της γραφής.)[xiv]

Η ποίηση του Γρηγόρη Γ. Γεωργουδάκη, τείνει στα «ριζώματα» του Εμπεδοκλή, στον αέρα, τη γη, το νερό, τη φωτιά.

Μια μαύρη οπή/ ανάμεσα στα σκέλη/ του γαλαξία./ …/ στον μέγα και ελάχιστο ομφαλό/

αλέθει τον καιρό και τον κόσμο/ ως σπόρο/… (43)

Μείνε/ να μου πεις. / … (60)

Είσαι από θαλπωρής νερό/… / γλιστράς/ ανάμεσα στα χέρια μου./…/

Είσαι από γη/ ζεστή από φωτιά/… (66)[xv]

Στα αρχέγονα στοιχεία, επομένως, ενώνεται θεματικά το Κρητικό έπος με την προάσπιση της ιδέας  της ελεύθερης ανθρώπινης ύπαρξης. Εδώ η φωτιά ενώνεται με το μαχαίρι, το ντουφέκι. τα Μέταλλα ενώνονται με τα Νερά. Πάνω στα φυσικά στοιχεία διαχέεται ο άνεμος, κατευνάζει το σύννεφο της ερωτικής ορμής και το μεταλλάσσει σε δημιουργία, πρόοδο ή σταγόνες ποιητικού λόγου.

Φυλλοσκόπος./ Βρέχει. /…/

οξυγονούχο νερό/

ανάβουμε τον αποσπερίτη πάλι. (90)

Από μια αποσπερίδα διαλόγου, ωστόσο, με την ποίηση του Γρηγόρη Γεωργουδάκη μένει η υγρότητα του αρχέγονου ερωτικού στοιχείου. Με το νερό ο ποιητής πλάθει το λόγο, όπως με θρησκευτικό, θα ’λεγε κανείς, σεβασμό, τον ίδιο τον εαυτό του.[xvi]

Και το νερό μιλεί/ στα δάχτυλά μου/ και στα χείλη μου/

των μακρινών βουνών νέα/ και των συννέφων./

Και το νερό / κάτω απ’ το δέρμα/ στο πρόσωπό σου/ μου μιλεί/

λόγια μικρά, υπονοούμενα,/ λόγια μαχαίρια, ανείπωτα. (53)

Σ’ έναν απολογισμό της προσωπικής του δημιουργίας, ο ποιητής παραθέτει:

Δραπέτης και μαγευτής/ με ναι και νεύματα και όχι/… (65)[xvii]

Με τα λόγια της πέτρας/ μπήκαμε στα κύμματα./

Με τα λόγια της θάλασσας/ αγαπήσαμε.//

Τι περιμένουν μια συστάδα/ κυπαρίσσια/ στον ώμο της μαδάρας;

(Στον Αιμίλιο) (85)

Η άμμος λείψανα/ ιστορίας (62)[xviii]

Όλα είναι γραμμένα στην άμμο. Την προϊστορική και αιώνια άμμο, στον κόκκο του χώματος και του ανθρώπινου κυττάρου.

Ρίχνεις πάνω ένα κύμα/ κι έτσι φρεσκοπλυμένη / την πλάθω εσένα/…/ 

Μεγάλο φεγγάρι/ στην Πύλη της Άμμου/ την γκρεμισμένη. [xix]

(Στον Μανώλη) (86)

ΙΙΙ.

ΌΤΑΝ ΦΥΣΑ, η ΆΜΜΟΣ ΓΡΆΦΕΙ σκιές πάνω στο ΚΟΚΚΙΝΟ ΡΟΛΟΪ , δίπλα στην καμπάνα με τους παιάνες. Στην καρδιά της πολιτείας γράφεται ο χρόνος, η υπόσταση, η συλλογικότητα. Σ’ αυτήν ενυπάρχει και αναγινώσκεται ο χρόνος του ποιητή, του αναγνώστη, των φίλων, των συνανθρώπων.

Πόσο κρατά το λεπτό που τρίζει;/

Μέσα μου εκατοντάδες άνθρωποι περιμένουν/

κρεμασμένοι σε κλαδιά με χρονολογίες/ και ονόματα. (104) – μας λέει ο ποιητής.

Μεταξύ αυτών, βέβαια, ο  σπουδαιότερος φίλος, η μεγαλύτερη ελπίδα. Με την επίκληση προς αυτόν, κλείνει η συλλογή ΑΜΜΟΓΡΑΦΙΕΣ του Γρηγόρη Γεωργουδάκη, χαρίζοντας την απόλυτη αισιοδοξία, που δικαιώνει τον ποιητικό του λόγο, ως ευχή επαλληλίας των γενεών και κατανίκησης του θανάτου, τόσο μέσω του ποιητικού λόγου, όσο και στην απτή πραγματικότητα. Ποιος είναι αυτός ο φίλος;

Από σένα/ ένα πηχτό φως κοκκινωπό/ βυσσινί που αρνείται σαν δειλινό/ να μ’ αφήσει//

κι όλο γυρίζω/ …/

Πετώ τις λέξεις/ απ’ το παράθυρο/

Φεύγουν σα φύλλα/ στου καιρού/ το δάκρυ./ /

Σε σένα γιε μου ελπίζω.

Με τους τελευταίους στίχους της συλλογής, ο ποιητής διατυπώνει τη δική του, έμπρακτη και ακραία ποιητική, δηλαδή ανθρώπινη θέση/άποψη: αυτήν του ειδικού επιστήμονα που κατέχει/κρατεί την Ποίηση και βγάζει υποκλινόμενος το καπέλο στη Ζωή.

Ευχόμαστε στον ποιητή Γρηγόρη Γ. Γεωργουδάκη να θεραπεύει, με Υγεία, για πολλά χρόνια, τη Ζωή και την Ποίηση.

Ηράκλειο, Ανδρόγεω, 14-10-2015

Βούλα Επιτροπάκη

[1] Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση της  14ης Οκτωβρίου 2015,  που διοργάνωσε το ΚΕΝΤΡΟ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ στην αίθουσα “Ανδρόγεω” του Δήμου Ηρακλείου, για την παρουσίαση των νέων ποιητικών συλλογών των ποιητών Γιώργη Καράτζη, Γρηγόρη Γεωργουδάκη και Ευαγγελίας Πετρουγάκη.

[i] Johan Huizinga (1989), Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Homo Ludens), μετ. Στ. Ροζάνης–Γερ. Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Γνώση, σελ. 75 επ.

[ii] Εσύ όμως ασάλευτη, λαμπρή/ αιτιατός λόγος/ φύλλο χρυσό στο σώμα της (μότο α΄ ενότητας, ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ, Αμμογραφίες, σελ. 15).

[iii] Το χάραμα/ τ’ απόβραδα και τις νυχτιές/ το φως κούρνιαζε στον κόρφο τους.// (Στην Αργυρώ, στον Νίκο, στον Βαγγέλη) Σελ. 12. Δικιά σου η μέρα λεφτεριά/ κι η νύχτα/ ως τον ύπνο/ δικιά σου η ζωή/ ξεκίνησαν. //

[iv] Αρματωμένοι οι καιροί/ οι πρόγονοι/ μερεύουν τα θεριά/ και τα φαντάσματα. Σελ. 15. Πότε στο φρύδι του φαραγγιού/ πότε στο φρύδι του έρωτα./ Τα γαλάζια τ’ ουρανού/ της θάλασσας/ στα σκοτεινά υγρά/ σκουριασμένα σίδερα.  (Στον Χαράλαμπο, στον Γιώργη, στον Μιχάλη) (16)

[v] Υπάρχεις/ γιος του έρωτα της προσμονής/…/ Υπάρχουμε./ Έχουμε Ιστορία. Σελ. 28. Το αίμα της αγάπης/ της λευτεριάς, της ειρήνης/ στις φλέβες/ στις ρωγμές/ ανεβαίνει στα νεφοσκεπή στήθη/ (στη Μαδάρα)/ αετούς / θηλάζει/ αγρίμια/ και ανέμους. (26) …/ ριγμένα στα Μνημεία, τα κρανία τους/…/ (29)

[vi] Αυτό το θρόισμα των φύλλων/ λαβωματιά η απόκρημνη/ ζερβά στο στήθος/ αναβλύζει δειλινό. //Ο ήλιος νεύμα/ ειρήνης/ στους αιώνες. (30)

[vii] …/ στην είσοδο/ πόλης π’ ανάστρεψε ο καιρός./Τόση κατ’ απ’ τη γη/ άλλη τόση στη θάλασσα./Το λιμάνι της γη καρπερή./ Τάφοι ανοιχτοί πολλοί… (44) … λόγια μικρά, χρώματα, χτίζουν/ …/ γέννες και θάνατοι, ξανά και ξανά/ μια στάλα οι κόσμοι,/ άπειρα μυστικά κρατά/ το μικρότερο του κόσμου ίχνος. (45)

[viii] Οι πολεμιστές γερασμένοι/… / για μια στιγμή ευθυτενούν/ κι ύστερα πάλι σκύβουν/… (31) Υπόγεια ποτάμια/ / σιγοψιθυρίζουν κάτω απ’ τη γη/ αίμα/ και χλιμιντρίζουν τα ντουφέκια./ / Άνοιξη κάτω απ’ τη φλούδα του Φλεβάρη.// Ειρήνη στα δάκτυλα/ τ’ ανθισμένα. (32) Πετρωμένοι/ στο στήθος του βουνού./ Παρά πόδα θυμάρι/ αφήνει να διαφεύγει/…/η απόφαση της ελευθερίας. /…/γερασμένο σώμα εβδομήντα χρόνων/ βαστά το πράσινο φυλλαράκι/ κι αντιτείνει ανθάκι/ μωβ/ στην αξιότιμη μέλισσα. (34)

[ix]Σελ. 35. Επίσης: Στην προκυμαία της πόλης/ τόσοι άνθρωποι/ από τόπους άλλους. /… (37) Κανείς δεν ξέρει/ όταν χτυπά μεσημέρι/ σκίζει τα νερά ο φάρος/ σα μέγα φουγάρο θωρηκτού/ σέρνει μπροστά την πόλη.// Τότε τα νέφη μπαίνουν στα μασχάλη τους…./ όταν λιόγερμα/ όλα ελαφρά στην άκρη της βαρύτητας. / (38)

[x] /…/ Οι εξοχότητες όμως/ περπατούν με καμάρι τεντωμένοι/ (σαν τόξα) προς τα οπίσω/ με το μέτωπο ψηλά (όχι και καθαρό απαραίτητα)/…/ Οι λοιπές τάξεις/ καταλαμβάνουν τις λοιπές στάσεις βαδίσματος. (75)

[xi] (48) Επιστρέφουμε στην αίσθηση του ελάχιστου/ ως χειμώνα. /(Στον Μανώλη) (49)

[xii] Σωκράτης Λ. Σκαρτσής (2002),  Η προφορικότητα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα. (2001), O ακροατής, εκδ. Κάκτος. (1995), Μικρό δοκίμιο για τη Γλώσσα, εκδ. Παρατηρητής. (2001), Η παιδική γλώσσα, εκδ. Πανεπιστημίου Πατρών. «Η οργανικότητα του ρυθμού», στο Ανθρωποθεωρία, Αχαϊκές εκδόσεις, τχ. 5-6, σελ. 79-88. (1999), Μικρομορφές της λαϊκής λογοτεχνίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα. (1994), Εισαγωγή στη λαϊκή λογοτεχνία εκδ. Ελληνικά Γράμματα.

[xiii] …τα χέρια σου/ δυο πουλιά δυο χελιδόνια/ ξυπνούν την πόλη.// Σέρνουν το χώμα / της αρχαίας Κυδωνίας/ πλάθουν το μπρούτζινο άγαλμα/ το χέρι του,/ το χέρι σου χαιρετά τα σύννεφα που περνούν/ και της αυγής τα χρώματα που περιμένουν. (Στον Κώστα και τους αγαπητούς φίλους), (110) Μεσόκοπες/ γνέθουν την αντρειοσύνη/ κλωνί χρυσό αιματόβρεχτο/ γελέκο για τα αγγόνια/ να το φορούν ν’ αντρειεύονται / σαν περπατούν στο μέλλον. (Στην Ειρήνη, στην Άννα)

[xiv] Μάριος Μαρκίδης, Το ψυχιατρικό αντικείμενο ανάμεσα στη βιολογία και τη γλώσσα, υπό «Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης & Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Ηράκλειο,  σελ. 22-32.

Reginald BlanchetTalking cureυπό «To νήμα της Αρδιάδνης Κείμενα για την Ερμηνεία», εκδ. Κύκλου Ηρακλείου Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, τχ. 2/1996, σελ. 34 επ.

Jacqees-Alain Miller Η αιτιογένεση του υποκειμένου: Αλλοτρίωση και αποχωρισμός, μετ. Ανδρέας Σάρδης, υπό περ. «Η Ψυχανάλυση» τχ. 6, εκδ. Ελληνικής Εταιρείας Νέας Λακανικής Σχολής. “Ασυνείδητο μη αναγνώσιμο”. Διάλεξη (μεταγρ. Υ. Grasser, μετάφρ. Γ. Χατζηαντωνίου-Φουντουλάκη, Επ. Θεοδωρίδης, Βλ. Σκολίδης) υπό περ. «Η Ψυχανάλυση», έκδ. Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, τχ. 3/ Άνοιξη ’98, σελ. 38.

Philippe La Sagna Ο Λόγος του Άλλου και οι μεταθέσεις του, υπό Δελτίο αρ. 6/1995, εκδ. Κύκλου Αθήνας Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, εκδ. Αιολία.

Jacques Lacan “Discours a Rome le 26 Septembre 1953 (resume par l’auter) publie danw La Psychanalyse, Paris, PUF, vol. 1, 1956.  Ecrits, εκδ. Seuil σ. 299. Θέση του ασυνειδήτου, ό.π. τχ. 6 /2009 σελ. 19 και υπό «Δελτίο» Το ασυνείδητο είναι ο Λόγος του Άλλου, εκδ. Κύκλου Αθήνας της Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, τχ.6/1995,  εκδ. Αιολία. Επίσης, Απόσπασμα από το σεμινάριο R.S.I. /1975, μετ. Βλάσ. Σκολίδης, υπό: «Το καρτέλ στην Ψυχαναλυτική Σχολή», εκδ. Κύκλου Αθήνας Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, σελ. 2.

Δημήτρη-Πέτρου Σακελλαρίου «Το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν λόγος» υπό Δελτίο των Ελληνικών Κύκλων, εκδ. Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, τχ. 11/’97, σελ. 35 επ.

Δημήτρη Βεργέτη «Το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα» υπό Δελτίο Ελληνικών Κύκλων εκδ. Ευρωπαϊκής Σχολής Ψυχανάλυσης, τχ. 10 άνοιξη ’97, σελ. 37 επ.

Φρανσουάζ Ντολτό (2003), Η ασυνείδητη εικόνα του σώματος. (1995), Σεμινάριο Ψυχανάλυσης παιδιών, τ. Α΄,Β΄, Γ΄. Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

[xv] Ποιο αρχαϊκό βότσαλο, ποιος αχάτης, ποιος αμέθυστος/ ποιο αρχαίο όστρακο;/ Ψάχνεις/ το δικό σου μυστικό. (Στη Μαρία) (51) Οι τροχοί ρέουν στη θάλασσα/ Οι ουρανοί ρέουν στη θάλασσα/ Η βροχή, εκπνοές μας στα σπλάχνα του ψαριού. (92) Θέλω την καρδιά σου εδώ/ πάνω στο στήθος μου/ ν’ ακούω τους χτύπους/ να ’ναι νεύματα/ ντυμένα όλα της γύμνιας σου τη θέρμη/… Θέλω να σε φορώ κατάσαρκα/ όπως τις θάλασσες και τα νερά η γης/… πότε νερό και πότε σώμα και πότε/ μικρά μοβ ανθάκια π’ αγναντεύουνε. (47) …/ πουλιά μικρά μέσα στη σκέπη της καμπάνας/ ημέρες του κατιμεριού/ και του λεμονανθού/ λιβάνι και λυχνάρι/ η γιαγιά αχνά με το κερί/ της μάνας το τραγούδι/…/ ακμάζουσα νεότητα ως άνοιξη Μαρτίου. (54) Πες μου τα μυστικά/ που ψιθυρίζεις/ στη γλώσσα μου/ στα δάκτυλά μου και χορεύουν/…/πώς ξέρεις τα ανείπωτα/ τα αζήτητα/ πώς σηκώνεις σα σεντόνι τη θάλασσα. (57) Εγώ σπαθί είσαι η θήκη/ που το γαληνεύει./…/ Ποιος χώρος της αναπνοής/ που περιμένει;/ Εσύ είσαι αυτή που έρχεται και φεύγει. (63) Πέρασα να δω τα μάτια σου/…/ ο ουρανός να δω αν έχει παραθύρια./…/ Θα έλεγα σε ειδικούς επιστήμονες/ κάτι ανάλογο της χρόνο-καθυστέρησης/…/να μου πετύχουν/…/ να σ’ αγγίζω κι όταν λείπεις. (Στη Δήμητρα) (73)

[xvi] …/ πανιά που δεν άνοιξαν/ φιλιά που ειπώθηκαν,/ χέρια που δεν αγκάλιασαν/…/ Η στέρεα γη ως ακρωτήρι/ στον κόλπο της θάλασσας/ το βουητό, το βογκητό./ / Μπροστά στη θάλασσα μέτρησα τα λόγια./ Το μη το αχ./ Τον ψίθυρο./ Το μεγαλείο των άστρων./ Εσύ που λείπεις. (108) Το άδειο/ γεμάτο μυστηριώδες κενό/ ικανό να πληρωθεί/ με το παν. (109) Ανάμεσα σε σένα και σε μένα/ το νερό της θάλασσας./…/ Λέξεις πνιγμένες στο κύμα/ σε ομιλίες/ γιατί καμιά μουσική δεν ακούμε/ και σέρνονται/ τα χαλίκια στο κύμα/ και μπερδεύουν τις λέξεις/ και λένε ψέματα. (68) …πότε γλυκά πότε ξινά/ πότε γλυκόπικρα/ γι’ αυτό πολύτιμα τα λόγια, μαγικά. (71)

[xvii] Η αντίληψη της ύπαρξής μας/ έρχεται αργότερα/… /παίρνουμε τη θέση των γερόντων. (64)

[xviii] Από την άμμο στην πόλη/ απ’ τον άμορφο χρόνο/ στον δομημένο./ …/ δευτερόλεπτα να μετράς τον χρόνο/ να γράφεις όσα φέρνει ο αέρας/ και τα λόγια./ Κατάρτια, αλάτι/ γυναίκες, τραγούδια/ φύκια, κοχύλια./ Άμμος.// η άμμος έμπαινε στη θάλασσα/ ο ουρανός έμπαινε στην άμμο/ πάνω στην άμμο στέκονταν το φαράγγι. (62)

[xix] Πόσες πόλεις άλωσε/ πόσα οχυρά./ Όμως εκείνο τ’ αήττητο/ που τον ταπείνωσε/ παίρνει την εκδίκηση/ των ηττημένων/ έτσι γυμνός/ σ’ επιθέσεις νέες γυρίζει/ ατελέσφορες. (91)





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *