Τα μπλε και τα κόκκινα (καφενεία)

Θυμάται ο Χρύσανθος Αγγελάκης

Βιάννος

Μπλε και κόκκινα
Εννιά χρόνια μετά τις “Εκτελέσεις του 43” γεννήθηκα, το χωριό καμένο, κάρβουνα στα χαλάσματα που παίζαμε παιδιά, που και που ξεπρόβαλε και κανά καλώδιο κόκκινο – μπλε λεπτό και μονόκλωνο κι όλο ήθελα να το ξεθάψω είχα την περιέργεια τη νάχει στη άλλη άκρη.;

Που πάει.;

Ηλεκτρισμό και καλώδια ήξερα μόνο από το ράδιο ψηλά στο τοίχο του ντουκιανιού του μπάρμπα Καβέ που πέτα και σπίθες μερικές φορές κι είχε μια μακρά κεραία από τόνα δώμα στ΄ άλλο, από τη πλακωτή κόκκινη – μπλε στήλη “Berec” του φακού, ά.! Και από το τηλέφωνο στου μπάρμπα Μαθιού το ντουκιάνι πούχε στη άκρα μπλε και κόκκινα σύρματα.
Κι έλεγα πως οι παλιοί είχαν πολιτισμό και τηλέφωνα στα σπίτια τους… κι γυναίκες με τα μαύρα, άντρες είχε λίγους το χωριό, μου λέγαν «μη τα πειράζεις θα σκοτωθείς.!»
Ήταν τα καλώδια με τους δυναμίτες στην άκρη που τον Οχτώβρη του 43 κάψαν και ξεθεμελιώσαν το χωριό μου τόσο καλά που πριν γεννηθώ ξαναμοιράσαν κι εχτίσαν τις πέτρες.
Μετά πήγα στο σκολειό μεσοτοιχία με τη φωτογραφία κι είχε δίπλα από το χάρτη μια μεγάλη χρωματιστή αφίσα με μια έκρηξη με κοπέλια, τετράδια, βιβλία, χέρια, πόδια, κεφάλια σκορπισμένα στον αέρα και ένα μεγάλο κόκκινο σταυρό.
Μετά αλλάξαμε σκολειό πήγαμε στο καινούργιο το γύψινο με λαμαρίνες, που κουνιόταν οντε ναι φύσα αέρας, και την αφίσα που μ άρεσε τη ξεχάσαμε στο παλιό.





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *