To λεξικό του αλωνέματος

(ο)ασκιανός:ο ίσκιος

(ο)αχεριώνας:ο αχυρώνας (το)βούι:το βόδι

(η)βουτσά:τα κόπρανα των αγελάδων.Χρησιμοποιείται για λίπασμα αλλά και για αρκετές άλλες χρήσεις:για να καπνίζουν τις μέλισσες,για καύσιμη ύλη αφού αποξηρανθεί,για επίχρισμα πήλινων πιθαριών,για επίχρισμα του φούρνου και για επίχρισμα των αλωνιών.Οι γεωργοί πιστεύουν ότι η βουτσά δε μυρίζει,γιατί τα βόδια συντρόφεψαν το Χριστό κατά τη γέννησή του.

(ο)βωλόσυρος:το γεωργικό εργαλείο που ήταν απαραίτητο και στο αλώνι και στο χωράφι μετά το όργωμα.΄Ηταν ένα επίμηκες επίπεδο βαρύ ξύλο ανυψωμένο λίγο στην μπροστινή μεριά και το έσερναν τα δυο βόδια με τη βοήθεια του ζυγού.Στην κάτω επιφάνειά του είχε κοφτερές λάμες ή κοφτερές σκληρές πέτρες για να κόβει και να θρυμματίζει τα στάχυα,όταν χρησιμοποιούνταν στ’αλώνι.Στο οργωμένο χωράφι θρυμμάτιζε τους βώλους του χώματος.Την ονομασία του την πήρε από το βώλος και σύρνω.

(τα)ζούμπερα:τα ζώα γενικά

(η)θεμωνιά:η θημωνιά,δηλ.ο σωρός από δεμάτια των θερισμένων δημητριακών

(το)θρινάκι: ξύλινο γεωργικό εργαλείο,απαραίτητο στο αλώνι για το λίχνισμα. ΄Εχει μακριά ξύλινη λαβή που καταλήγει σε παλάμη που μοιάζει με τρίαινα

(τα)κοντύλια:υπολείματα μετά το αλώνισμα.Χοντρά άχυρα που ο βωλόσυρος δε θρυμμάτισε και μερικές φορές τ’αλωνεύγουν και δεύτερη φορά,γιατί περιέχουν υπολείμματα καρπού

(το)λαμί:ο σωρός του αλωνισμένου καρπού που γίνεται από το λιχνιστή στη μέση του αλωνιού μετά το λίχνισμα.Ο λιχνιστής μόλις τέλειωνε το λαμί έκανε με το θρινάκι ένα κύκλο γύρω-γύρω και ένα σταυρό στην κορυφή και μετά κάρφωνε το θρινάκι με την τρίαινα προς τα πάνω και έλεγε στο νοικοκύρη «ως πέφτου ντα κλαδιά το στάρι να πέφτου ντα ελέη του Θεού στο σπιτικό σου».Ο νοικοκύρης μετά έπαιρνε το σακί και αφού έλεγε «στ’όνομά σου Θε μου»,άρχιζε το σάκιασμα του καρπού. λιγαίνω:λιγοστεύω,ελαττωνω και ελαττώνομαι

(η)μπάντα:η άκρη ντακέρνω:αρχίζω

(ο)ξεκαλίκωτος:ο ξυπόλητος παρασέρνω:σκουπίζω με την παρασύρα

(η)πατούλια:η παρέα,μια ομάδα ανθρώπων πράσσω:συχνάζω σάικα,επίρ.: πράγματι,βέβαια

(η)συζεψά: η συμφωνία δυο γεωργών που ο καθένας τους έχει από ένα βόδι να τα χρησιμοποιούν εκ περιτροπής και τα δυο σε εργασίες που το απαιτούν .Τέτοια εργασία που απαιτεί στο ζυγό και τα δυο βόδια είναι το αλώνισμα.

(η)συντρομή:η βοήθεια τσαλοπατώ:τσαλαπατώ

(η)χαχαλιά:το περιεχόμενο μιας φούχτας,η φουχτιά (το)χούι:η συνήθεια χρίω και χρίζω:επιχρίω,πασαλείφω





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *