Ενα πράμα άχρηστο. Η θάλασσα!

Ο Γιώργος Γρ. Σταματάκης, συγγραφέας, ερευνητής, λαογράφος, δημοσιογράφος, ιστοριοδίφης, γέννημα-θρέμμα Καπετανιανός, μας έκανε την τιμή να γράψει ένα ωραίο καπετανιανό διήγημα. Φυσικά στην κρητική διάλεκτο! Ευχαριστούμε κουμπάρε*!

Είμαι πολύ νέος. Για το ωραίος διατηρώ μιαν επιφύλαξη, καθώς ο πανδαμάτωρ χρόνος για «την μορφή μου, είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι». Ευτυχώς όμως δεν επηρεάζει την ηλικία μου και έτσι μπορώ να μιλήσω για τον καιρό εκείνον, τον μικρό, τον λίγο, που μας χωρίζει από την εποχή την άλλη, που πλέον φαντάζει τόσο μακρινή και ξένη.

Το πόσο ξενέψαμε από την ίδια την εποχή μας δεν φαίνεται ούτε από τη χτενισά ούτε από την αλλαξά ούτε από τη σαλεψά! Πόσο ξενέψαμε και πόσο απέχουμε, το καταλαβαίνουμε από την σχέση μας με τη θάλασσα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους καμπίτες ή στους ανθρώπους της Μέσας Ρίζας που γεννηθήκανε και πεθάνανε σ’ ένα νησί, χωρίς ποτέ να δουν ή έστω ν’ ακούσουν για τη θάλασσα. Μιλώ για μας που βρεθήκαμε σε τέτοιο τόπο, όπως το μικρό και ένδοξο χωριό μας, που θέλαμε δε θέλαμε τη θάλασσα την είχαμε καθημερινά μπροστά μας. Κι όμως ουδέποτε μας απασχόλησε.

Τη βλέπαμε μέρα νύχτα από ψηλά χωρίς να την αντιλαμβάνομέστανε. Δεν την εξεχωρίζαμε από το υπόλοιπο μπλάβο! Κι αν ήτονε και τόσονα κοντά, που τη χέρα σου ν’ άπλωνες θα την άγγιζες, μας εφαίνουντονε πολλά αλλάργο, ίσαμε τον ουρανό, που έσμιγε μαζί της, στην κέντα, κι εγίνουντονε ένα πράμα! Ενα πράμα μπλάβο. Ενα πράμα άχρηστο! Οσο μεγάλο, τόσονα άχρηστο.

Ψώματα! Μια χρησιμότης την είχε. Αυτή παρατηρούσαμε για να βγάλουνε τα προγνωστικά του καιρού. Αμα αίφνης επομαύριζε, ενημένανε κακοκαιρία, άμα εσήκωνε πύργους, κατάκλιση, και άμα έφτανε η ανελιχάδα πάνω από τα Περίχειλα καταλαβαίνανε πως η γης εχόρτασε νερό!

Πράμα τελικά δεν είναι άχρηστο! Ακόμη και η θάλασσα, μες στη σοφία του Θεού που τα πάντα εποίησε, έχει το κατιτίς της. Το μόνο που φαίνεται να ξέφυγε της σοφίας Του, είναι τα καράβια. Αυτά, αν τελικά υπάρχουν, δε δικαιολογούνται καθόλου. Εμείς όταν περνοδιαβαίνανε, μπροστά από το χωριό μας, δεν τα βλέπαμε, διότι είμαστε σίγουροι πως δεν υπάρχουν. Κι ούτε το καντίσαμε. Κι οντέν εντάκαρε ένας μπολτοζέρης, ωραιότατος, να μας λέει μιαν ιστορία για ένα καράβι, δεν τον επιστέψαμε και ορισμένοι που δεν είχανε δουλειά, κάτσανε και τ’ αντετείνανε σπουδαία επιχειρήματα!

Καράβια, κύριε μπολτοζέρη, δεν υπάρχουνε. Διότι ποιος ιστάμενος άνθρωπος θα κάτσει απάνω τως και να πάει πού! Ουδείς Καπετανιανός θαν εδιανογούντονε ποτέ να καβαλικέψει καράβι και να πηγαίνει από το Ασπρο Μουρί στο Σαλαμιά, κι απόεις τα μπρος τα πίσω. Αλλά και άμα πιστέψουμε αυτό που λένε ορισμένοι, ότι η θάλασσα είναι νερό, πώς τα σηκώνει τα καράβια που είναι σιντερένια;»

Την άλλη αργατινή, ήπεσε ένας τσένιος, μιας νοικοκεράς, στη στέρνα και πήγε ντελόγο στο πάτο. Και αυτό το είδα με τα μάθια μου. Πόσω μάλλον να πέσει κοτζάμ καράβι που οπωσδήποτε είναι πιο βαρύ από το τζένιο!»

-«Αμα βρούμε ένα καράβι να το ρίξομε στη στέρνα να δούμε ανε βουλιάξει», επρότεινε ένας, αλλά οι χωριανοί δεν εσυφωνήσανε, διότι τη μια το ένα την άλλη το άλλο, η στέρνα θα φρακάρει και θα γενούνε χάβδαλος οι καμπλιές και το σινιαύρι. Δεν είναι καιρός για πειράματα. Κι ετότε ο Παπά Χατζής που εγροίκουνε όλη την ώρα σκεφτικός, επήρε το λόγο και είπε:

-«Δεν υπάρχουνε καράβια. Γιατί δεν υπάρχει θάλασσα. Αλλότες εδιάβαζα ένα ξαρτάρικο εκκλησιαστικό βιβλίο, πολλά μπίζιλο και το ξεκαθάριζε. Αυτό που θωρούμε να μπλαβίζει ομπρός από το χωριό μας είναι ο ουρανός που διπλώνει. Γιατί όπως όλοι κατέχεται το χωριό μας βρίσκεται στην άκρη του κόσμου, στη δίπλη του ουρανού. Κι αυτή η δίπλη θαρρούμε πως είναι η θάλασσα, γιατί τη βλέπομε αποκάτω μας, ενώ ως ουρανός θα ήπρεπε κανονικά να είναι από πάνω μας».

Υστερα μας έδειξε τα κύματα και είπε:
«Θωρείται τα σύννεφα που ασπρίζουνε; Οπου να ‘ναι θα χαλάσει ο καιρός γι’ αυτό μπαμπαρολιάζει. Και αν δε με πιστεύετε, Ιούδες Ισκαριώτες, πηγαίνετε να δείτε κι αμοναχοί σας, μα κοντά είναι».

Εμείς όμως δεν επήγαμε διότι ο Παπάς Χατζής ήτονε άνθρωπος σοφός, πολυδιαβασμένος και δεν είχε λόγο να μας πει ψώματα. Οσο όμως περνούσε ο καιρός και όσο σιμώναμε στην εποχή μας, τοσονά οι άνθρωποι εσιμώνανε στη θάλασσα.

Στην αρχή ξυλάδες χοχλιδολόοι κι αλατσάδες ύστερα βλιχαδόροι αγιάκια και ανεμιάρηδες. Οι βαροκουραδάρηδες και οι μεγαλονοικοκύρηδες δεν εκαταδέχουντονε να πάνε ούτε στα ξύλα ούτε στ’ αλάτσι ούτε στσι χοχλιούς, ούτε να ξανοίξουνε θω τη πάντα εκεινά. Ακόμη και τα σπίτια είχανε τη πλάτη τως γυρισμένη στη θάλασσα.

«Εγώ να πάω στο γιαλό», ελέγανε με φουσάτο, «που έχω εκατό πρόβατα τσ΄ αρμεγιάς, χώρια τα στείρα και τσι κριγιούς. Δεν το επιτρέπει ο σειράς μου».
Κι ετσά εγίνηκε η θάλασσα ένα με τη φτώχεια και τη κακομοιριά. Και όποιος ήθελε να καταραστεί στις ντουχιουμάνιδες του ή στο διάλο τσ’ ίπεμπε ή στο γιαλό.
– «Ο Θεός και η γης να μου τ’ αξώσει και να σε δω να ανεσέρνεις τη θάλασσα με τη γαζοντενέκα»
ή
– «Να παπουδιάσουνε τα χέρια σου στσ΄ ασκελετούρες και να μη σου παντίχνει χοχλιός ούτε απανωμούρης».

Καταρούντονε δηλαδή να βρεθούνε σε τέτοια ανάγκη ώστε να αναγκαστούνε να γιαλίσουνε. Διότι κάποιοι πηγαίνανε στο γιαλό, αλλά το κάνανε χωστά, διότι εμάς στη πάντα μας οι ανθρώποι ήτονε υπερήφανοι και τη φτώχεια την εθεωρούσανε ντροπή. Οι γυναίκες βέβαια δεν πηγαίνανε, ούτε καν το βάλανε στο νου τως, διότι ήτονε πολύ τίμιες…

Κι όμως μέσα σε λίγα χρόνια ήρθανε τα πάνω κάτω. Ποιος φταίει: Το Τσερνομπίλι; Ο αμαξωτός; Το ΠΑΣΟΚ; Οι αμαρτίες μας; Δεν γνωρίζομε! Η άχρηστη θάλασσα στα καλά του καθουμένου, έγινε χρήσιμη. Τα χωράφια που δεν αξίζανε τίποτα και γι’ αυτό τα άφηναν αμοίραστα οι μοιρασοχώροι, έγιναν περιζήτητα παραθαλάσσια οικόπεδα. Κι αυτοί που πηγαίνανε στο γιαλό δεν ήτονε φτωχοί ή κακομοίρηδες αλλά νοικοκύρηδες με τα όλα τως, αλλά φαίνεται πως για να βγάλουνε τη παλιά λαδιά εκάνανε ό,τι μπορούσανε για να μας το δείξουνε κιόλας.

Οι πρώτοι που γιαλίσανε δεν ήτονε ντόπιοι αλλά ξενομπάτηδες. Αξαποπίσω τως κι εμείς για να δούμε ίντα κάνουνε στη θάλασσά μας. Διότι η θάλασσα, καλή κακή, όμορφη άσκημη, χρήσιμη άχρηστη, ήτονε δικιά μας!

Και είδαμε να φορούνε σαγιονάρες αξεκάρτσωτοι, να γδύνονται, να κολυμπούνε, να λιάζουντε, να πομαυρίζουνε, να μπαίνουνε σε βάρκες να πιάνουνε ψάρια και το χειρότερο να τα τρώνε κιόλας.
Κι εμείς ύστερα επήραμε μπολτόζες και μπολτοζέρηδες, ωραιότατους, εκάμαμε δρόμους ίσα πάνω ίσα κάτω, εσωπατίσαμε τσι κακοβολάδες και ήρθε ο τόπος κι εντρέτωσε, εχτίσαμε και σπίθια και μαγαζά και μικιά και μεγάλα! Ο γιαλός εγίνηκε άλλο πράμα. Το μόνο που δεν εκαταλαβαίναμε ήτονε τσι ίδιους ξενομπάτηδες, που μας ενελώσανε, να λένε:

-«Δεν την προσέξατε τη παραλία και τώρα είναι άχρηστη».
Αλλά κι εμείς τους αποστομώσαμε ντελόγο:
-«Σκατά να φάτε! Παλιά ήτονε άχρηστη, τώρα είναι σωστό Παρίσι!»

Να δεις που αυτοί δεν έχουνε καλό σκοπό. Κακοπαινούνε τη θάλασσά μας για να μας την επάρουνε τζάμπα! Ομως κι εμείς δε θα κάτσομε με σταυρωμένα χέρια. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τη καπιντήρουμε. Εγώ σκέφτομαι οφέτος να κολυμπήσω. Ισως να φάω και ένα μαλάκιο, αλλά μικιό.
Πόσο πολύ μου αρέσει η θάλασσά μας!!!

* Για όλους εμάς ο κουμπάρος του διευθυντή είναι και δικός μας!

via





Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *